Την επιθυμία του να επιστρέψει στην προπονητική εξέφρασε σε συνέντευξη που παραχώρησε στην «Pais» ο πρώην ομοσπονδιακός τεχνικός, Παναγιώτης Γιαννάκης, ο οποίος βρίσκεται στη Λιθουανία και παρακολουθεί από κοντά τις προσπάθειες της Εθνικής Ανδρών στο Ευρωμπάσκετ.
Παράλληλα, ο «δράκος» επισήμανε ότι οι Ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται καλύτερα το μπάσκετ από τους Αμερικανους, όπως και ότι οι διαφορές με το ΝΒΑ έχουν μειωθεί, ενώ αναφέρθηκε στον Νίκο Γκάλη και στο επίπεδο του ισπανικού μπάσκετ.

«Έχω χρόνο για να ξεκουραστώ, επειδή είχα πολύ δουλειά τα τελευταία δέκα χρόνια. Με την Εθνική είχαμε πολύ πίεση. Χρειαζόμουν ξεκούραση, αφού ξεκίνησα την προπονητική μετά από πολλά χρόνια στα παρκέ. Τώρα, έχω την ευκαιρία να χαρώ την οικογένειά μου, να παρακολουθώ το μπάσκετ με έναν πιο ήρεμο τρόπο. Παρακολουθώ πολλά ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Παρακολουθώ το ισπανικό και τους προπονητές του», είπε αρχικά ο Γιαννάκης και συνέχισε: «Όταν είσαι προπονητής, βλέπεις πως αντιδρούν οι παίκτες, τι κάνουν οι προπονητές, όχι μόνο από τεχνική σκοπιά, αλλά και από μία ανθρώπινη. Γνωρίζεις τα δυνατά τους σημεία και τις αδυναμίες τους. Τώρα, αναλύω καλύτερα τις καταστάσεις και βλέπω διαφορετικά πράγματα. Θέλω να επιστρέψω στην προπονητική».

Σε ερώτηση για το αν είναι να καλύτερα να είσαι παίκτης ή προπονητής, ο Γιαννάκης, ο οποίος έχει γράψει το όνομα του στα ρεκόρ του ευρωπαϊκού μπάσκετ, μετά την κατάκτηση του χρυσού σε Ευρωμπάσκετ τόσο ως παίκτης (1987), όσο ως προπονητής (2005), είπε: «Το να είσαι παίκτης είναι μία δουλειά που σε διασκεδάζει όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Κάνεις αυτό που σου αρέσει και είσαι και επαγγελματίας κάνοντάς το. Η προπονητική είναι επίσης κάτι που αγαπώ. Βλέπεις τους παίκτες να αναπτύσσονται μέσα στην ομάδα, νιώθεις το πάθος μίας χώρας. Νιώθεις πως τα παιδιά βελτιώνονται. Για μένα είναι εκπληκτικό να διδάσκεις στους νέους, είσαι σαν καθηγητής. Και μερικές φορές βλέπεις ένα παιδί να τα πηγαίνει καλύτερα από εμένα όταν ήμουν παίκτης. Ξέρω πως νιώθει κάποιος στο παρκέ. Ξέρω πως νιώθει ένας παίκτης όταν ρισκάρει μία πάσα ή ένα σουτ. Μπορώ ακόμα να το αισθανθώ μέσα μου».

Η Ισπανία απέναντι στη Γαλλία στον τελικό. Μέσα στις δύο ομάδες, υπάρχουν 11 παίκτες από το ΝΒΑ. Πως είναι η ζωή του ΝΒΑ μέσα στο Ευρωπαϊκό μπάσκετ; «Οι ΗΠΑ είναι μια σχολή του μπάσκετ. Αλλά ξεκινούν πρώτα σαν αθλητές, όχι σαν παίκτες του μπάσκετ. Πρώτα τους ενδιαφέρει η φυσική κατάσταση και μετά μελετούν την τακτική. Στην Ευρώπη, οι καλύτεροι όσον αφορά τα φυσικά τους προσόντα αφιερώνονται στον αθλητισμό, για παράδειγμα. Εμείς δεν είμαστε τόσο γρήγοροι, τόσο δυνατοί, ούτε μπορούμε να πηδάμε τόσο ψηλά. Ξεκινάμε από διαφορετική αφετηρία όσον αφορά τα φυσικά προσόντα και συγκεντρωνόμαστε στην αντίληψη του παιχνιδιού. Και όταν τα χρόνια πέρασαν και οι Ευρωπαίοι έχουμε γίνει καλύτεροι αθλητές, οι διαφορές με το ΝΒΑ έχουν μειωθεί. Είμαστε ήδη έτοιμοι για να αναμετρηθούμε με αυτούς. Δεν είναι από άλλο κόσμο. Είμαστε καλύτεροι στην τακτική. Οι Ευρωπαίοι παίκτες καταλαβαίνουν καλύτερα το μπάσκετ από τους Αμερικανούς. Είναι ένα εκπληκτικό παιχνίδι, δεν έχει να κάνει μόνο με τα αθλητικά προσόντα».

Σχετικά με τη γενιά που ταυτίζεται, αυτή του 1987 ή αυτή του 2005, είπε: «Υπάρχει μια πολύ μεγάλη διαφορά. Όταν νιώθεις για πρώτη φορά κάτι τόσο σπουδαίο, όπως το να είσαι πρωταθλητής Ευρώπης με μια χώρα μικρή όπως η Ελλάδα, δεν μπορείς να το συγκρίνεις με τίποτα. Ήταν μία έκρηξη του μπάσκετ για την Ελλάδα. Είναι μια διαφορετική κατάσταση από το 2005. Τότε παίξαμε με πάθος, με μία σπουδαία άμυνα και διαβάζαμε τις αδυναμίες του αντιπάλου. Χρησιμοποιούσαμε αυτή την τακτική. Δεν είχαμε μεγάλους σουτέρ ούτε μεγάλους αθλητές, αλλά παίκτες πανέξυπνους, με πολύ πάθος. Σκοπεύαμε να περιμένουμε μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο για να αλλάξουμε κάτι. Έλεγα στους παίκτες: “Μην κοιτάτε το αποτέλεσμα, ούτε το ρολόι. Να σκέφτεστε μόνο την μπάλα σε κάθε στιγμή”».

Αναφερόμενος στον Γκάλη, ο οποίος έβαζε πάνω από 30 πόντους σε κάθε αγώνα, δήλωσε: «Μόνο ένας μεγάλος σουτέρ δεν αρκεί. Χρειάζεται έναν μεγάλο πασέρ, κάποιον που να μάχεται για ριμπάουντ και κάποιον ικανό για μεγάλα μπλοκ».

Σε ερώτηση για το αν θα μπορούσε να είχε αγωνιστεί στο ΝΒΑ, απάντησε: «Δεν ήταν εύκολο. Ο τρόπος που έπαιζαν τότε ήταν πολύ διαφορετικός από τον τρόπο που παίζαμε εμείς. Τώρα είναι πιο εύκολο. Υπάρχουν πολλοί μεγάλοι Ευρωπαίοι μπασκετμπολίστες και νομίζω ότι στο μέλλον θα υπάρξουν και προπονητές από την Ευρώπη στο ΝΒΑ».

Οι νέοι, οι οποίοι πάνε νωρίς στο ΝΒΑ, υπερεκτιμούν τις δυνατότητές τους; «Έχω πει στα παιδιά ότι μπορούν να αναπτυχθούν πιο εύκολα στην Ευρώπη. Το μπάσκετ στις ΗΠΑ “τρέχει” πολύ γρήγορα, όχι μόνο όσον αφορά την ταχύτητα των ποδιών, αλλά επίσης και πνευματικά και αν δεν μπορείς να ακολουθήσεις αυτό το ρυθμό δεν σε περιμένουν και δεν τα καταφέρνεις. Εμείς παίζουμε πιο πολύ με την τακτική, διαβάζοντας το ματς. Εκεί δεν μπορείς να σταθείς για να σκεφτείς, να αποφασίσεις. Στην Ευρώπη σπαταλούμε περισσότερο χρόνο για να βελτιώσουμε τους παίκτες, τους δίνουμε περισσότερες ευκαιρίες για να καταλάβουν το παιχνίδι».

Αναφερόμενος στην Ισπανία, την οποία έχει αντιμετωπίσει σαν προπονητής της Εθνικής Ελλάδας, είπε: «Ήταν πολύ καλό για μένα, ως προπονητής της Ελλάδας, να αντιμετωπίσουμε αυτήν την ομάδα, γιατί μας έδειξαν πως να βελτιωθούμε. Η τελευταία φορά ήταν το 2007. Χάσαμε στους ημιτελικούς. Ήταν ένα από τα καλύτερα ματς του τουρνουά. Είχαν μια ομάδα με πολλούς ταλαντούχους παίκτες και αυτό δίνει αυτοπεποίθηση σε κάθε προπονητή. Και επίσης έχουν σπουδαία προσωπικότητα. Πάντα μένουν ενωμένοι. Από αυτούς εξαρτάται το αν θα κερδίσουν το χρυσό. Το καλό για την Ισπανία είναι ότι διατηρεί το υψηλό επίπεδο ακόμα και στις χαμηλότερες κατηγορίες. Οι έφηβοι και οι νέοι επίσης κερδίζουν. Στο μέλλον θα συνεχίσουν σε υψηλό επίπεδο. Είναι ένα ταλέντο που ανήκει στην ομάδα».

Οσο για το πως έχει αλλάξει ο χαρακτήρας της Ισπανίας, απάντησε: «Παλιότερα είχαμε να αντιμετωπίσουμε πολλές φορές ομάδες όπως η Σοβιετική Ένωση και η Γιουγκοσλαβία. Ήταν πολύ δύσκολες για όλους οι μάχες με αυτούς. Οι Ισπανοί είχαν τότε πολύ ενθουσιασμό. Τώρα, τα παιδιά έχουν πολύ καιρό που είναι μαζί, ξέρουν πως να ελέγχουν και τις δύσκολες μέρες. Στο παρελθόν αυτό ήταν πιο δύσκολο. Θυμάμαι στην εποχή μου τις αναμετρήσεις με την Μπαρτσελόνα, τον Επι (σ.σ Χουάν Αντόνιο Σαν Επιφάνιο Ρουίζ), τον Σολοθάμπαλ, τον Ντε λα Κρουζ και την Μαδρίτη... τις μάχες με παιδιά όπως ο Ιτουριάγκα, ο Γιορέντε, ο Μπιριούκοφ, ο Ρομέι, όπως και τον Ερέρος».

Τέλος, ο «δράκος» κλήθηκε να σχολιάσει τον Παού Γκασόλ: «Δεν μου αρέσει να μιλάω ατομικά για παίκτες, γιατί κανείς δεν θα μπορούσε να διακριθεί χωρίς την ομάδα του. Αυτό που θα μου άρσε είνα να είχα μια ομάδα με όλους αυτούς τους μεγάλους Ευρωπαίους παίκτες, τον Πέτροβιτς, τον Σαμπόνις, τον Γκάλη. Θα μου άρεσε με αυτούς να κέρδιζα τις ΗΠΑ».