Η φράση «Μπορείς να σκεφτείς 10 διάσημους Βέλγους;» αποτελούσε πάντα δυσφήμηση, και σήμερα είναι πιο άκαιρη από ποτέ.

Βρισκόμαστε στη φάση των «4», με το Βέλγιο, την Γαλλία, την Κροατία και την Αγγλία, και δεν υπάρχει ούτε χταπόδι που θα μπορούσε να προβλέψει σωστά αυτούς τους φιναλίστ πριν την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου.

Παρόλο, λοιπόν, που και οι τέσσερις έχουν πλούσιο και σε κάποιες περιπτώσεις αντιφατικό παρελθόν στο ποδόσφαιρο, επιτρέψτε μου να αναφερθώ μόνο στο Βέλγιο, η παρουσία του οποίου στα ημιτελικά με κάνει να νοιώθω σαν μικρό παιδί που του χαρίζουν  σοκολάτες.

Είναι σύνηθες για το Βέλγιο να το κατατρέχουν, ακόμα και να το χλευάζουν, μια τάση που δεν υπάρχει τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το Βέλγιο είναι περισσότερο διάσημο για την μπύρα και το φαγητό του παρά για την πολιτική του δυσλειτουργία. Υπάρχει όμως μια παγιωμένη πολιτιστική περιφρόνηση για το Βέλγιο στη Δυτική Ευρώπη, με την Γαλλία να πρωτοστατεί στην αντιπάθειά της. Οι Γάλλοι θεωρούν τους Βέλγους χωριάτες, απαθείς και πεζούς, ένα λαό βαρετό, χωρίς ποίηση και χάρη.

Αυτό το έντονο πατρονάρισμα απευθύνεται κυρίως στους Βαλλόνους, τους γαλλόφωνους Βέλγους, που, με τη σειρά τους, βλέπουν τους ολλανδόφωνους συμπατριώτες τους από τη Φλάνδρα με ακριβώς τον ίδιο τρόπο, όπως βέβαια τους βλέπουν και οι Ολλανδοί της Ολλανδίας. Οι Φλαμανδοί από τη μεριά τους, έχουν τα δικά τους στερεότυπα, και θεωρούν τους Βαλλόνους τζαμπατζήδες, που θα ήταν χαμένοι χωρίς το μόχθο των Φλαμανδών. Θαύμα είναι ακόμα και το γεγονός ότι συμβιβάζονται να παίζουν στο ίδιο γήπεδο. 

Οι Βρετανοί επίσης περιφρονούν τους Βέλγους, για λόγους δυσνόητους, εκτός από το γεγονός ότι λίγοι είναι οι λαοί που οι Βρετανοί δεν περιφρονούν. Εκείνοι ήταν άλλωστε που διατύπωσαν το χλευαστικό ερώτημα «Μπορείς να σκεφτείς 10 διάσημους Βέλγους;»

Στην πραγματικότητα, η απάντηση σ΄ αυτήν την ερώτηση ήταν πάντα εύκολη, και πλέον έχει γίνει ακόμα ευκολότερη. Δεν χρειάζεται να αναφερθούμε στον Maeterlinck, τον Sax, τον Mercator ή τον Lemaître, ούτε στον Horta, την Magritte, τον Hergé, ή την Audrey Hepburn, που επιμένω ότι ήταν από το Βέλγιο. Αν ψάχνετε για διάσημους Βέλγους, απλά απαριθμήστε τους 11 Κόκκινους Διαβόλους που ξεκίνησαν στη διοργάνωση απέναντι στη Βραζιλία, στον προημιτελικό στο Καζάν της Ρωσίας, στις 6 Ιουλίου. Έτσι θα κατατροπώσετε μια και καλή την χλεύη των Βρετανών, που τόσο υποτιμούν το Βέλγιο, υπονοώντας τη μετριότητα του.

Το Βέλγιο έχει παίξει καλό, ελεύθερο ποδόσφαιρο, και φτάνει στα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου για πρώτη φορά από το 1986, τη μόνη άλλη περίπτωση όπου μια Βέλγικη ομάδα πέρασε τη φάση των προημιτελικών. To 1986 ηττήθηκαν από τους τελικούς νικητές, την Αργεντινή, διατηρώντας την αξιοπρέπεια τους. Ο Ντιέγκο Μαραντόνα ήταν τότε στα καλύτερα του, ένας ασταμάτητος ημίθεος με την μπάλα στα πόδια του. Οι Βέλγοι όμως ήταν ανταγωνιστικοί και αξιοπρεπείς, χάνοντας μόνο 2-0 στο καζάνι του σταδίου Azteca στην πόλη του Μεξικού.

Βρήκα μια φωτογραφία εκείνης της ομάδας του ’86, που έχει έντονες διαφορές από την σημερινή: επρόκειτο για μια ομάδα γεροδεμένων λευκών ανδρών, κανένας από τους οποίους δεν ήταν Κονγκολέζος ή Μαροκινός. Από τα ονόματα όλης της ομάδας είναι φανερό ότι υπήρχαν 14 Φλαμανδοί παίκτες, επτά Βαλλόνοι, και ο εξαιρετικός μέσος Έντζο Σίφο, που γεννήθηκε στο Βέλγιο από μετανάστες από τη Σικελία.

Η σημερινή ομάδα αντικατοπτρίζει τη δημογραφία του σημερινού Βελγίου, και παρόλο που δεν απαρτίζεται από παιδιά μεταναστών στον ίδιο βαθμό με την ομάδα της Γαλλίας ή της Ελβετίας, παραμένει σημαντικά κοσμοπολίτικη. Η ομάδα όμως δεν είναι μόνο μια ενδιαφέρουσα περιοδεία των λαών του Βελγίου. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι είναι η καλύτερα δομημένη ομάδα που συμμετέχει σε αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο, εκτός ίσως από την Γαλλία, γεγονός που κάνει την αντιπαράθεση τους στον ημιτελικό ιδιαίτερα γαργαλιστική. 

Το γούρι του Βελγίου είναι ο Ρομελού Λουκάκου, γόνος οικογένειας από τη γη που ο βασιλιάς Λεοπόλδος κατασπάραξε στα τέλη του 19ου αιώνα. O επιθετικός συνεργάζεται δυναμικά με τους Εντέν Αζάρ και Κέβιν Ντε Μπρόινε, και οι τρεις τους κατατρόπωσαν την Βραζιλία στα προημιτελικά. Μόλις τρεις μέρες στη διοργάνωση, ο Λουκάκου δημοσίευσε προσωπικό του κείμενο με τίτλο “I’ve Got Some Things To Say’’, όπου μιλούσε για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια στο Άντγουερπ. 

Στο κείμενό του περιγράφει πώς η μητέρα του συχνά δεν είχε αρκετά χρήματα για να αγοράσει γάλα για τα παιδιά της, και πως σε ένα σχολικό αγώνα ποδοσφαίρου στα εφηβικά του χρόνια, κάποιοι λευκοί (ρατσιστές) Βέλγοι γονείς ζήτησαν να δουν την άδεια παραμονής του. Το γεγονός ενίσχυσε την θέληση του να πετύχει στο ποδόσφαιρο και να γίνει πρότυπο για όλους τους Βέλγους.

Ο Λουκάκου μπορεί να είναι ο καλύτερος επιθετικός στο Βέλγιο, όμως δεν είναι ντίβα. Είναι αφοσιωμένος καθολικός και ο τρόπος που κάνει το σταυρό του στο γήπεδο δεν φαίνεται άδειος και τυπικός. Η ομάδα αυτή δεν έχει ευτυχώς καμία ντίβα, κάτι πολύ χαρακτηριστικό για το Βέλγιο.

Οι Κόκκινοι Διάβολοι έχουν ένα διαφορετικό αέρα σε αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο. Στην τελευταία εμφάνιση στη Βραζιλία, και στο ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 2016 υπήρχε η αίσθηση ότι η ομάδα του Βελγίου ήταν ένας αντικατοπτρισμός της ίδιας της χώρας, ότι το σύνολο της πάντα κάπου υστερούσε σε σχέση με τα μέρη της.

Η ομάδα όμως άνθισε υπό τον Ρομπέρτο Μαρτίνεζ, τον Ισπανό προπονητή, που μάζεψε τα ερείπια της ομάδας του Euro του 2016, που έχασε από την Ουαλία. Ο Μαρτίνεζ ένωσε τους παίκτες του, συνδέοντας τα ταλέντα και τα ταπεραμέντα τους σε μια φανερά ενωμένη ομάδα.  

Μάλιστα, η Βελγική ομάδα ποδοσφαίρου ίσως είναι σήμερα ο πιο αποτελεσματικός θεσμός σε όλο το Βέλγιο. Και σε αντίθεση με άλλους θεσμούς της χώρας, δεν έχει σκοπό να δημιουργήσει προβλήματα, αλλά να προσφέρει απλή χαρά στους ανθρώπους. 

ΠΗΓΗ: The Linesman, Tunku Vararajan

Επιμέλεια: Μαρία Ψυλλάκη