VOICES

Είτε με Τσίπρα είτε με Μητσοτάκη το 3,5% θα παραμείνει 3,5%

του Γιάννη Αλμπάνη - Δημοσίευση 20 Μαρτίου 2019, 19:00 / Ανανεώθηκε 26 Μαρτίου 2019, 15:02
Facebook Twitter Whatsapp

Με τα πλεονάσματα η ελληνική οικονομία «στραγγίζεται» από κρίσιμα κονδύλια, με αποτέλεσμα η ανάπτυξη να παραμένει στο ανεπαρκές 2-2,5%. Επομένως, το αίτημα να μειωθούν τα πλεονάσματα δεν είναι μόνο δίκαιο, αλλά και απολύτως λογικό.

Το τελευταίο διάστημα ακούμε ξανά μετά από καιρό τη ότι πρέπει να επαναδιαπραγματευτούμε με τους Ευρωπαίους το ύψος των πλεονασμάτων που έχουν συμφωνηθεί για τη μεταμνημονιακή περίοδο. Το λένε συχνά ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Φώφη Γεννηματά, το είπε τις προάλλες και ο Κώστας Σημίτης.

Την επαναδιαπραγμάτευση με επίκεντρο τα πλεονάσματα την είχε κάνει «σημαία» ο ΣΥΡΙΖΑ τη περίοδο 2012-15. Τελικά φάνηκε ότι οι μεν οι Ευρωπαίοι δεν είχαν διάθεση να διαπραγματευτούν, η δε ελληνική κυβέρνηση δεν είχε τρόπο να τους αναγκάσει να το κάνουν. Το 3ο Μνημόνιο ήταν ουσιαστικά τα μέτρα της 5ης αξιολόγησης του 2ου Μνημονίου.

Υπήρξε όντως μείωση των πλεονασμάτων, αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η πιστωτική ασφυξία που επέβαλαν οι δανειστές σε συνδυασμό με το bank run είχαν φέρει τα δημόσια ταμεία και το τραπεζικό σύστημα στο όριο.

Εμπόδιο στην ανάπτυξη

Η κυβέρνηση έχει συμφωνήσει με τους δανειστές πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2022 και 2% μέχρι το… 2060. Η προηγούμενη συμφωνία προέβλεπε πλεονάσματα κατά μέσο όρο πάνω από 4% μέχρι το 2031. Πλεονάσματα 3,5% για μια πενταετία σημαίνει ότι τουλάχιστον 31,5 δισεκατομμύρια θα βγουν από την ελληνική οικονομία για να διοχετευτούν στους δανειστές. Το ποσό είναι έτσι κι αλλιώς μεγάλο, αλλά γίνεται τεράστιο αν αναλογιστεί κανείς ότι αυτά τα χρήματα πρέπει να βγουν από μια οικονομία που έχασε με την κρίση και το Μνημόνιο το 25% του ΑΕΠ της, ενώ το επενδυτικό κενό, σύμφωνα με τον επικεφαλής της αποστολής της Κομισιόν Ντέκλαν Κοστέλο, μπορεί να φτάνει και τα 15 δισεκατομμύρια ετησίως.

Με τα πλεονάσματα η ελληνική οικονομία «στραγγίζεται» από κρίσιμα κονδύλια, με αποτέλεσμα η ανάπτυξη να παραμένει στο ανεπαρκές 2-2,5%. Επομένως, το αίτημα να μειωθούν τα πλεονάσματα δεν είναι μόνο δίκαιο, αλλά και απολύτως λογικό.

Η αξιοπιστία

Το βασικό επιχείρημα του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι ότι με τον ίδιο πρωθυπουργό η Ελλάδα θα ανακτήσει την αξιοπιστία της, οπότε θα πείσει τους Ευρωπαίους για το (απολύτως) λογικό αίτημά της. Το αντίστοιχο επιχείρημα του κ. Τσίπρα όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση, ήταν ότι με τη δύναμη του ελληνικού λαού οι Ευρωπαίοι θα κάμπτονταν.

Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι ο κ. Μητσοτάκης θα πετύχει τη μείωση των πλεονασμάτων για πέντε λόγους:

Πρώτον, οι Ευρωπαίοι δεν έδειξαν διαλλακτικότητα σε μας το 2015 και δεν δείχνουν ούτε τώρα στην κραταιά Μεγάλη Βρετανία -η οποία ειρήσθω εν παρόδω διαθέτει πυρηνικά όπλα... Στη σύγχρονη Ευρώπη (αλλά και συνολικά στον κόσμο μας) δεν δίνονται «δωρεάν γεύματα».

Δεύτερον, η Ελλάδα δεν έχει κανένα «όπλο» για να «εκβιάσει» τους Ευρωπαίους. Επαφίεται αποκλειστικά στην καλή θέλησή τους που επανειλημμένα έχουν δείξει ότι δεν διαθέτουν.

Τρίτον, η σημερινή ΕΕ στηρίζεται στον κανόνα «τα συμφωνημένα τηρούνται». Η περικοπή των συντάξεων που ακυρώθηκε στο τέλος του 2018 δεν συμπεριλαμβανόταν στη γραπτή μημονιακή συμφωνία, αλλά επιβλήθηκε εκ των υστέρων από το ΔΝΤ.

Τέταρτον, αλλαγή ης πρόβλεψης για τα πλεονάσματα σημαίνει αυτομάτως αλλαγή στην πρόβλεψη για τη βιωσιμότητα του χρέους. Αν μειωθούν τα πλεονάσματα για παράδειγμα κατά 1% τα έτη 2021 και 2022, τότε θα πρέπει να γίνει νέα περικοπή του ελληνικού χρέους κατά 3,6 δισεκατομμύρια ώστε αυτό να παραμείνει βιώσιμο. Τι λόγο έχουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να δώσουν παραπάνω χρήματα ενώ έχουν ήδη δώσει στην Ελλάδα 241 δισεκατομμύρια κι έχουν μειώσει το χρέος καθιστώντας το διαχειρίσμο για μια δεκαπενταετία;

Πέμπτο και κυριότερο, ακόμα και αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θελήσουν να κάνουν τη χάρη στην Ελλάδα, αυτή τη στιγμή μοιάζει απίθανο να μπορούν να σηκώσουν το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας απόφασης. Μια ενδεχόμενη νέα ρύθμιση του χρέους που θα είναι το αποτέλεσμα της μείωσης των πλεονασμάτων, θα πρέπει να περάσει από τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια. Σε μια Ευρώπη όπου αυξάνεται ραγδαία η δύναμη του ακροδεξιού λαϊκισμού, ποια κυβέρνηση θα έφερνε προς ψήφιση «την παροχή κι άλλων χρημάτων στους Έλληνες»; Θα μπορούσε να το κάνει ποτέ αυτό η γερμανική κυβέρνηση έχοντας απέναντι το ακροδεξιό ρατσιστικό AfD; Νομίζω ότι η απάντηση είναι προφανής.

Εν ολίγοις είτε με Τσίπρα είτε με Μητσοτάκη το 3,5% του πλεονάσματος θα παραμείνει 3,5%. Είναι λογικό να αντιπαρατίθενται τα κόμματα εξουσίας για το πώς πρέπει να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Δεν είναι όμως λογικό να καλλιεργούνται ελπίδες που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Γνώμη μου πάντα.