VOICES

Μελαγχολικές σκέψεις με αφορμή την εκλογή της Προέδρου της Δημοκρατίας

του Ανδρέα Παναγόπουλου - Δημοσίευση 22 Ιανουαρίου 2020, 21:00 / Ανανεώθηκε 24 Ιανουαρίου 2020, 10:11
Facebook Twitter Whatsapp

Δυστυχώς, τόσο η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, των παχιών αγελάδων, όσο και η δεύτερη, της Μεγάλης Κρίσης, αποσάθρωσε και απαξίωσε το πολιτικό προσωπικό της χώρας

Η με ευρεία πλειοψηφία ανάδειξη της Κατερίνας Σακελλαροπούλου ως πρώτης γυναίκας Προέδρου της Δημοκρατίας δεν μπορεί παρά να είναι αποτιμηθεί θετικά.

Στη χώρα που οι γυναικοκτονίες είναι πιο συχνές πλέον και από το κυνήγι μπεκάτσας...

Στη χώρα που βιάζονται ανήλικες και ενήλικες και μετά δολοφονούνται και οι βιαστές υψώνουν το μεσαίο τους δάχτυλο έξω από τα δικαστήρια...

Στη χώρα που αποκλείονται γυναίκες ένορκοι από δίκες βιασμών και κακοποιήσεων...

Στη χώρα που «άντε τράβα να πλύνεις κανά πιάτο» είναι η πιο συχνή… οδική έκφραση...

Στη χώρα που κάποιοι εργοδότες θεωρούν δικαίωμά τους να παρενοχλούν ερωτικά τις υπαλλήλους τους «για να μην χάσουν τη δουλίτσα τους»...

Σε αυτή τη χώρα, τη δική μας, του 2020, είναι σπουδαίο που θα έχουμε γυναίκα Πρόεδρο.

Ακριβώς επειδή είναι ΣΥΜΒΟΛΙΚΟΣ ο ρόλος της! Και ακριβώς επειδή αργήσαμε πολύ ως χώρα να κάνουμε μία τέτοια συμβολική κίνηση.

Όμως κάπου εδώ τελειώνουν οι θετικές και αρχίζουν οι μελαγχολικές σκέψεις για τους πολιτικούς και πολιτειακούς μας θεσμούς, για τα κόμματα, το κοινοβούλιο, το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Μελαγχολικές σκέψεις που ξεκίνησαν όταν η ονοματολογία για τον/την υποψήφιο/α πρόεδρο ήταν στο φόρτε της, διαπιστώνοντας ότι κανείς και καμία δεν συγκέντρωνε στοιχειωδώς τις προδιαγραφές, τις αρετές και τα προσόντα που απαιτεί ο ύπατος πολιτειακός θεσμός στην παρούσα ιστορική περίοδο της χώρας μας.

Λυπηρό το συμπέρασμα.

Ούτε ένας/μία «Νέστωρας» της πολιτικής δεν έχει απομείνει ή αναδειχθεί την τελευταία 20ετία, όταν κάθε προηγούμενη γενιά αναδείκνυε όχι έναν και δύο αλλά πλήθος βετεράνων πολιτικών στους οποίους προσέτρεχαν οι νεότεροι για μία συμβουλή, ένα «χρησμό» έστω, μία οδηγία καταλλαγής, συμφιλίωσης και συναίνεσης, ένα απόσταγμα εμπειρίας αποκαθαρμένης από τα πολιτικά πάθη και τις εντάσεις.

Η ένδεια προσωπικοτήτων και στελεχών δεν αφορά όμως μόνο τη δεξαμενή απ’ όπου θα μπορούσε να επιλεγεί ο ανώτατος άρχοντας της χώρας, αφορά, δυστυχώς και άλλους θεσμούς, ανώτερες αλλά και μεσαίες θέσεις στελεχών της πολιτείας αλλά και των κομμάτων και επίσης αφορά οριζόντια όλες, ανεξαιρέτως τις πολιτικές παρατάξεις οι οποίες όχι απλώς δεν διαθέτουν εφεδρείες –ή «πάγκο»- αλλά μετά βίας στελεχώνονται σε ένα ανεκτό επίπεδο για να παράγεται πολιτική. Κάτι που γίνεται περισσότερο εμφανές όταν καταρτίζονται ψηφοδέλτια για τις εθνικές εκλογές, τις ευρωεκλογές ή τις εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση.

Ψηφοδέλτια τα οποία, εδώ και χρόνια, είναι ένα μείγμα παλαιών στελεχών –τιμής ένεκεν-, πολιτικών «του κομματικού σωλήνα», α-πολιτικών τεχνοκρατών και ενός πλήθους υποψηφίων-σελέμπριτις με τηλεοπτική, κυρίως, αναγνωσιμότητα και ανύπαρκτη πολιτική ή έστω διοικητική εμπειρία. Μπορεί οι «Μαυρογιαλούροι» να μην υπάρχουν πια –τουλάχιστον όχι στον βαθμό που υπήρχαν πριν από 20-30 χρόνια, τη θέση τους όμως πήραν τηλεοπτικοί και δημοσιογραφικοί «στάρλετ».

Στον αντίποδα, όποιος πολιτικός αρχηγός ερωτηθεί θα παραδεχθεί ότι «έχει φάει πόρτα» από άξιους ανθρώπους στους οποίους προτάθηκε μία θέση ευθύνης και οι οποίοι αρνήθηκαν «για να μην μπλέξουν» ή διότι θεωρούν ελάχιστα θα μπορούσαν να προσφέρουν σε ένα κράτος που είτε είναι εξ’ αρχής ναρκοθετημένο είτε εντελώς ανελαστικό απέναντι σε νέες προτάσεις, ιδέες και παρεμβάσεις. Αλλά και πολλοί από εκείνους που δέχτηκαν να «βάλουν πλάτη» σύντομα αποχώρησαν κακήν-κακώς ή απομακρύνθηκαν εν δόξη και τιμή.

Η ποδοσφαιροποίηση του πολιτικού αγώνα, τα fake news, οι γραφειοκρατικές δομές του κράτους, η ρουσφετολογική νοοτροπία, οι εσωκομματικοί μηχανισμοί, η «ξύλινη γλώσσα» είναι μερικοί μόνο από τους παράγοντες που απομακρύνουν νέους, άξιους ανθρώπους από την πολιτική.

Δυστυχώς, τόσο η πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, των παχιών αγελάδων, όσο και η δεύτερη, της Μεγάλης Κρίσης, αποσάθρωσε και απαξίωσε το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Οι παλιοί αποχώρησαν από τον κόσμο ετούτο και τα «καλύτερα παιδιά» προτίμησαν να αποστασιοποιηθούν από την πολιτική και να διαθέσουν τα ταλέντα και τις ικανότητές τους σε άλλους τομείς δράσης είτε εντός είτε εκτός της Ελλάδας.

Η πολιτική και οι πολιτικοί έχασαν την εμπιστοσύνη μίας κοινωνίας η οποία τους θεωρεί υπεύθυνους για την κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική κρίση, συχνά βάζοντάς τους όλους στο ίδιο τσουβάλι, με αποκορύφωμα το αποτρόπαιο αν και μαζικό, κάποτε σύνθημα «να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή» ενώ κάτι ανάλογο έγινε με την ενημέρωση και του δημοσιογράφους με αντίστοιχη αντιμετώπιση από τους πολίτες.

Την κύρια ευθύνη βεβαίως τη φέρουν οι ίδιοι οι πολιτικοί (και οι άνθρωποι της ενημέρωσης) όμως και οι πολίτες –τουλάχιστον όσοι θέλουν να θεωρούνται ενεργοί- δεν είναι άμοιροι ευθυνών καθώς αυτοί είναι στο κάτω-κάτω που κάνουν την τελική επιλογή προσερχόμενοι στην κάλπη. Κι έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος που αδυνατεί να αναδείξει νέα υποδείγματα πολιτικών.

Το αποτέλεσμα είναι η πολιτική να εκπίπτει σε μία άλλοτε καλύτερη κι άλλοτε χειρότερη διαχείριση χωρίς να μπορούν να αναδειχθούν νέες κατευθύνσεις, νέες ιδέες και νέες τεχνικές διακυβέρνησης με βάση τις σημερινές και τις αυριανές ανάγκες της κοινωνίας σε έναν κόσμο που μεταλλάσσεται ώρα με την ώρα έχοντας να αντιμετωπίσει πρωτόγνωρες γεωπολιτικές, πολιτισμικές, τεχνολογικές και κλιματολογικές προκλήσεις.

Το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» αν αφορά αποκλειστικά και μόνο την οικονομία μιας χώρας είναι κάτι αντιμετωπίσιμο. Όμως το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» από πολιτικούς και πολιτικές μπορεί να αποβεί μοιραίο και μία γυναίκα Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν αρκεί για να αναστρέψει την πορεία αυτή