O "κακεντρεχής" κύριος Γεωργουσόπουλος

O "κακεντρεχής" κύριος Γεωργουσόπουλος

Ο θεατρικός κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος, αν έχει αφήσει για κάτι όνομα δεν είναι η γνώση του [που, ασφαλώς, είναι μεγάλη και αξιόλογη], αλλά η εμπάθεια και η δηλητηριώδης κριτική -που είναι ακόμα μεγαλύτερες από τη γνώση του!

Χρόνια τώρα, στις θεατρικές κριτικές που δημοσίευε, τα παραπάνω στοιχεία αποτελούσαν σήμα-κατεθέν του Κ. Γεωργουσόπουλου. Τόσο, που ο χαρακτηρισμός «μαινόμενος κακεντρεχής», τον οποίο απέδιδαν σε έναν κρητικό πολιτευτή του τέλους του 19ου αιώνα, του πηγαίνει γάντι. 

Με ένα άρθρο του [Νέα, 30.12.2016], όμως, ο Κ. Γεωργουσόπουλος πέρασε σε άλλο επίπεδο. Γιατί εδώ το θέμα δεν είναι η οξύτητα, ακόμα και η κακεντρέχεια, αλλά το ότι επικαλείται τον νεκρό πατέρα του, Εαμίτη και αγωνιστή της Αριστεράς, προκειμένου να στηλιτεύσει τη σημερινή κατάσταση και το ναυάγιο στο οποίο θεωρεί μας οδηγεί η κυβέρνηση. 

Ο Κ. Γεωργουσόπουλος, σε όλο το άρθρο, αφηγείται τη διαδρομή του πατέρα του, ο οποίος το 1947 ήταν στην εξορία, γιατί ήταν Εαμίτης και επιφορτισμένος με τον επισιτισμό των αναξιοπαθούντων. Μας λέει για τη μόρφωση και τη βιβλιοθήκη του πατέρα του, τη σύλληψή του μέσα στην τάξη (ήταν φιλόλογος), και πώς τον διαπόμπευσαν περνώντας τον με χειροπέδες μέσα από την πλατεία της Λαμίας. Και αφηγείται, στη συνέχεια, όλη την οικογενειακή τραγωδία: μια μάνα που πρέπει να θρέψει τρία παιδιά, ενώ ο αδελφός της είναι φυλακισμένος. Σ' ένα δωμάτιο που το ζέσταινε το μαγκάλι, η βασιλόπιτα το 1947 ήταν ένα καρβέλι ψωμί, με «φλουρί» μια δεκάρα, που πέφτει στον εξόριστο πατέρα. Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα, ο αφηγητής, δέκα χρονών τότε, βρίσκει καταφύγιο στη βιβλιοθήκη του πατέρα του. 

Μια ιστορία, με λίγα λόγια, συγκλονιστική. Και, επίσης, η ιστορία πολλών οικογενειών, η ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς. Αν ο Κ. Γεωργουσόπουλος είχε περιοριστεί εδώ, θα μας είχε προσφέρει μια αφήγηση υψηλής αξίας. Δεν περιορίστηκε όμως. Στο τελευταίο κομμάτι του κειμένου του μάς αποκαλύπτει ποιος είναι, ουσιαστικά, ο λόγος που κάνει την αναδρομή αυτή: ότι και σήμερα αντιμετωπίζει, τρόπον τινά, ανάλογες καταστάσεις, καθώς προσπαθεί να επιβιώσει με ωρομίσθια αμοιβή την κουτσουρεμένη του σύνταξη. Και καταλήγει: «Δεν φανταζόμουν ποτέ πως 70 χρόνια μετά την Πρωτοχρονιά του 47 θα αναζητούσα πάλι το μαγκάλι και την  καταφυγή στα σωσίβια της βιβλιοθήκης μου για να γλυκάνω τα στερνά μου». Άλλωστε και ο τίτλος του άρθρου είναι ενδεικτικός: «Νέο ναυάγιο, παλιό σωσίβιο». 

Ο Κ. Γεωργουσόπουλος μπορεί, ασφαλώς, να πιστεύει ότι θέλει για το ποιος ευθύνεται για τη σημερινή κατάσταση, για τις ευθύνες της σημερινής κυβέρνησης, κ.λπ. Και έχει κάθε δικαίωμα να διαμαρτύρεται, ασφαλώς, για την πετσοκομμένη του σύνταξη –αρκεί να μην ξεχνάει ότι δεν είναι από τους πιο ενδεείς και αδικημένους αυτής της κοινωνίας. Αυτό που δεν δικαιούται, όμως, είναι να επικαλείται την ιστορία του πατέρα του, την ιστορία των αριστερών, τα βάσανα και τη δυστυχία μιας γενιάς. Επειδή έτσι, δυστυχώς, δεν σέβεται την ιστορία αυτή ακριβώς, του πατέρα του και της οικογένειάς του, που επικαλείται. 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο