Με μεγάλη έκπληξη διάβασα στο προσχέδιο της προκαταρκτικής συμφωνίας της κυβέρνησης με τους δανειστές με ημερομηνία 2 Μαίου 2017, ότι ανάμεσα σε άλλες προαπαιτούμενες δράσεις του διαρκές μνημονίου στο οποίο μας έχει υποβάλει η κυβέρνηση περιλαμβάνεται η άρση των περιορισμών ως προς το μέγεθος και τον τύπο των καταστημάτων που μπορούν να λειτουργούν την Κυριακή. Με την ίδια έκπληξη διάβασα τη δήλωση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης κ. Παπαδημητρίου, ότι πρόκειται για μέτρο εκσυγχρονισμού της οικονομίας, και ότι γίνεται στις περισσότερες χώρες, αν όχι σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και στην Αμερική.  

Αυτό που ξέχασε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να μας πει είναι ότι το 2013, όταν είχε τεθεί αρχικά το ζήτημα, δήλωνε ότι «(…)εμπαίζουν τον ελληνικό λαό όταν επικαλούνται για την εφαρμογή του μέτρου την ανάγκη ενίσχυσης της αγοράς, αυτοί που με τις άγριες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις έχουν αφαιρέσει κάθε καταναλωτική δυνατότητα από τους εργαζόμενους. Η καταστροφή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, οι απολύσεις, τα λουκέτα στην αγορά, η κατεδάφιση του δημόσιου συστήματος υγείας και η εξαθλίωση του κόσμου της εργασίας αποτελούν τον πυρήνα της ασκούμενης πολιτικής (…).»  

Η απόρριψη από τον ΣΥΡΙΖΑ του αντιμνημονιακού μετώπου  και η ενσωμάτωση στις πολιτικές του, νεοφιλελεύθερων επιλογών είναι ορατή από τις πρώτες ημέρες διακυβέρνησής του. Όπως είναι ορατή και η απογοήτευση των πολιτών που πίστεψαν ότι η χώρα μπορεί να επιλέξει έναν άλλο δρόμο μακριά από τα μνημόνια και τις πολιτικές λιτότητας. Ωστόσο, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το μνημόνιο κατάπιε όλες τις κυβερνήσεις. Καμία δεν μπόρεσε να σηκώσει αποτελεσματικά το ανάστημά της στους θεσμικούς εταίρους και να απαιτήσει τον τερματισμό αυτής της ατελεύτητης διαδικασίας στην οποία η Ελλάδα τελεί πάντοτε υπό κρίση. Στο ίδιο πλαίσιο, όταν το ΠΑΣΟΚ προέταξε την εθνική λύση με τη δημιουργία εθνικής ομάδας διαπραγμάτευσης και τη συγκρότηση ενός ενιαίου μετώπου στο ζήτημα του δημοσίου χρέους και της υπέρβασης της κρίσης, ορθώθηκαν έναντί του πολλοί μικροκομματικοί εγωισμοί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα από το 2010 με την ψήφιση του πρώτου μνημονίου και μετά, η εκάστοτε κυβέρνηση της χώρας είτε είναι μονοκομματική ή συνεργασίας, είτε είναι μεταβατική ή υπηρεσιακή, κάθε φορά ευθυγραμμίζεται στις απαιτήσεις του μνημονίου, αντιμετωπίζοντας όμως σοβαρά ελλείμματα δημοκρατικής νομιμοποίησης, γεγονός που επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων. Η άρση της κυριακάτικης αργίας είναι ένα καλό παράδειγμα προς επίρρωση των παραπάνω.

Η συντριπτική πλειοψηφία των παραγωγικών φορέων της χώρας, ήδη, από το 2013 τάχθηκε κατά της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή. Τότε το βασικό επιχείρημα ήταν ότι το μέτρο αυτό μπορεί να έχει θετική επίδραση στην απασχόληση, τις τιμές και τις πωλήσεις. Προς διερεύνηση της ευστάθειας του επιχειρήματος αυτού διενεργήθηκαν έρευνες από τα ινστιτούτα μελετών και ερευνών διαφόρων παραγωγικών φορέων, οι οποίες κατέρριψαν τον μύθο περί θετικής επίδρασης της εμπορικής Κυριακής στον τζίρο, την απασχόληση, την επισκεψιμότητα και λειτουργικό κόστος. Επίσης, δημοσίευσαν μελέτες με τη διεθνή εμπειρία από την εφαρμογή του μέτρου αυτού, οι οποίες αναδεικνύουν ότι το ισχυρότερο όπλο στον ανταγωνισμό που συμβάλλει στη συρρίκνωση του δικτύου των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι σε σημαντικό βαθμό οι συνεχείς διευρύνσεις του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων. Με αυτό το επιχείρημα, την περασμένη Κυριακή, η συντριπτική πλειοψηφία των μικρομεσαίων επιχειρηματιών κράτησε κλειστά τα καταστήματα. Βεβαίως, η κινητοποίηση αυτή είχε την υποστήριξη του συνόλου των εργαζομένων σε εμπορικές επιχειρήσεις, καθώς βρέθηκαν μπροστά σε ακόμη μια υποχώρηση κεκτημένου δικαιώματος.  

Πως μπορεί λοιπόν να αρθεί η κυριακάτικη αργία, όταν δεν φέρει δημοκρατική νομιμοποίηση; Πως μπορεί να παρακαμφθεί η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας με αριθμό 100/2017, σύμφωνα με την οποία η Κυριακή αντιμετωπίζεται ως μία ημέρα αναντικατάστατη για την ίδια την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου και του οικογενειακού και κοινωνικού δεσμού, που έχει, επίσης, ταυτιστεί κατά μακρά παράδοση, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στα λοιπά κράτη της Ευρώπης, με τη χριστιανική θρησκεία; Είναι τόσο καίριας σημασίας η επέκταση του ωραρίου σε μια συγκυρία που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν υποστεί τεράστιο πλήγμα από την ύφεση, την υποκατανάλωση, τις αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές και την εκτεταμένη φορολογία; Εν τέλει ο ελεύθερος χρόνος δεν έχει καμία αξία σε μια εποχή που καταπατώνται θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα; Τέλος πάντων ας αποφασίσουν, λοιπόν, οι τοπικές κοινωνίες.  

* O κ. Δημήτρης Κωνσταντόπουλος είναι βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης.