Δεν μπορώ να μιλήσω για το θάνατο ενός παιδιού. Είναι ένα γεγονός σκληρό και άδικο. Το πένθος της οικογένειας δεν μοιράζεται. Γι αυτό και δεν μπορεί να γίνεται πεδίο αντιπαραθέσεων. Η κρίση έχει δημιουργήσει και έχει επεκτείνει πολλά προβλήματα. Η πολιτεία, ωστόσο, οφείλει με σύνεση και κερδίζοντας τη συναίνεση της κοινωνίας να τα αντιμετωπίσει. Αν υποθέσουμε ότι στο Μενίδι υπάρχει μια άτυπη χωρική διαχωριστική γραμμή, η οποία διακρίνει τον γηγενή πληθυσμό από μια μειονότητα, ίσως την πιο αδικημένη στην Ευρώπη, δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε το γεγονός ότι και στις δυο όχθες υπάρχουν άνθρωποι με δικαιώματα. Η προσοχή μας λοιπόν και η συζήτηση που ανοίγεται πρέπει να εστιάσει στο τι έχει γίνει τόσα χρόνια, τόσες δεκαετίες για την ενίσχυση της «αποδοχής» των διαφορετικών ομάδων και την ένταξη των τσιγγάνων στην κοινωνία μας. Πως έχει η πολιτεία προσπαθήσει να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη και να την κάνει συμμέτοχο στην προσπάθειά της για τη βιώσιμη ανάπτυξη και βελτίωση της εκπαιδευτικής και κοινωνικής τους κατάστασης; Αυτός πρέπει να είναι ο προβληματισμός μας.

Όταν έχεις έναν ιδιαίτερο πληθυσμό με τον οργανικό αναλφαβητισμό σ΄αυτόν να ξεπερνά το 80%, να βιώνει χωροταξικό αποκλεισμό, καθώς αφενός είναι στην κουλτούρα τους η νομαδική ζωή, αφετέρου αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην ενοικίαση κατοικίας, έναν πληθυσμό που υφίσταται κοινωνικό και πολιτικό αποκλεισμό, που αντιμετωπίζει ενδογενή προβλήματα συνεννόησης και επικοινωνίας, που παρά τα όποια επιδόματα συναντά μεγάλες δυσκολίες στην πρόσβαση σε δομές υγείας, τότε χρειάζεται λιγότερο να μιλάμε και περισσότερο να σκεφτόμαστε και να πράττουμε. Διότι, δυστυχώς, η μέριμνα της ελληνικής πολιτείας για τους ρομά, έχει εξαντληθεί στην παροχή επιδομάτων. Στη στάση της αυτή έχουν χτιστεί πολλές πολιτικές καριέρες. Είναι ντροπή, λοιπόν, εξαιτίας ενός θλιβερότατου γεγονότος που προκαλεί ανείπωτο πόνο, να στοχοποιείται μια πληθυσμιακή ομάδα και να βάλλεται συλλήβδην, όταν παράτυπες συμπεριφορές δεν παρουσιάζονται μόνο στους κόλπους της. Τέτοιες αντιδράσεις θρέφουν άγρια αισθήματα στην κοινωνία, εντείνοντας τον κοινωνικό αυτοματισμό.

Η παγκοσμιοποίηση έχει προκαλέσει κοσμογονικές αλλαγές, οι οποίες έχουν ενταθεί εξαιτίας της κρίσης. Μετασχηματίζονται παγιωμένες δομές, αναδιαρθρώνονται ταξικά οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες είναι διαφορετικές σε σχέση με το παρελθόν και έχει διαμορφωθεί ένα νέο τοπίο, ιδίως στην Ευρώπη, εξαιτίας της αύξησης των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών. Η Ελλάδα ως χώρα υποδοχής επιφορτίζεται με ένα πολύ δύσκολο έργο. Να δεχθεί και να σχεδιάσει τη συμβίωση διαφορετικών πολιτικών στο πλαίσιο ενός κυρίαρχου πολιτισμού, που είναι εκ προοιμίου κάτι πολύ δύσκολο. Στο πλαίσιο αυτό, η διαπολιτισμική προσέγγιση με κοινωνική ενσυναίσθηση είναι απαραίτητα εργαλεία. Μια προοδευτική πολιτεία οφείλει να σκύψει πάνω από το πρόβλημα ένταξης των ρομά, αναλογιζόμενη τις αντιξοότητες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Να σταματήσουν οι προκαταλήψεις και να αρχίσουν οι πολιτικές μέριμνας και ένταξης. Να διασφαλιστούν τα θεμελιώδη δικαιώματά τους, να δοθούν βιώσιμες λύσεις στο οικιστικό τους πρόβλημα, το οποίο είναι κομβικό δεδομένου ότι οι άθλιες συνθήκες ζωής στους καταυλισμούς δυσχεραίνουν ακόμη περαιτέρω την αποδοχή τους από τις τοπικές κοινωνίες, θεωρώντας ότι η παρουσία τους υποβαθμίζει την περιοχή. Να αναλάβει αρμοδιότητες η Τοπική Αυτοδιοίκηση, εφαρμόζοντας συστηματικά προγράμματα εμβολιασμών, δημόσιας υγείας και υγιεινής, οργάνωσης χώρων εγκατάστασης πλανοδίων και άλλες τέτοιες δράσης στήριξης. Να αναλάβει το Υπουργείο Παιδείας μέσα από προγράμματα να μυήσει τον ιδιαίτερο αυτόν πληθυσμό στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς το σχολείο είναι ένας ξένος θεσμός για τους τσιγγάνους, ένα ξένο σύστημα με ρόλους, πρότυπα και συμπεριφορές διαφορετικές από την τσιγγανική κουλτούρα και ταυτότητα. Όπως επίσης, να σχεδιαστούν προγράμματα ένταξής τους στην αγορά εργασίας με στόχο την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών πρόσβασης στην απασχόληση και στην κοινωνική ενσωμάτωση. Δεν μπορεί ο μόνος φιλόξενος χώρος για τους ρομά να είναι το πλανόδιο εμπόριο και η εκμετάλλευση γης.

Ο μακρόπνοος σχεδιασμός, που χρειάζεται να γίνει, πρέπει να βασίζεται σε μια επικαιροποιημένη απογραφική κοινωνική έρευνα, ώστε να γνωρίζει η πολιτεία την ανθρωπογεωγραφία και τις ανάγκες του πληθυσμού και να συγκροτείται σε ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό διατομεακό πρόγραμμα παρέμβασης. Βεβαίως, όλα αυτά σε συνεργασία και σε συνεννόηση με τους φορείς εκπροσώπησής τους. Οφείλουμε στους τσιγγάνους που ζουν εδώ και δεκαετίες στην πατρίδα μας να τους βγάλουμε έξω από το γκέτο και να τους θωρακίσουμε με εφόδια για την ένταξή τους στην κοινωνία μας.

* O κ. Δημήτρης Κωνσταντόπουλος είναι βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης.