Είπε κάτι παρεξηγήσιμο προχθές στη Βουλή ο πρωθυπουργός. Αναρωτήθηκε αν καλώς πήγε στη Βουλή σπαταλώντας τον πολύτιμο χρόνο του. Η συζήτηση αφορούσε την πρόταση της ΝΔ για σύσταση προανακριτικής επιτροπής που θα διερευνούσε πιθανές ευθύνες υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ.

Σνομπάρει την θεσμική αυτή διαδικασία ο κ. Τσίπρας; Ξέρει ότι δεν προσφέρει τίποτε επί της ουσίας ή μήπως ήθελε να πει ότι δεν είχε καμία αξία η συζήτηση μιας και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν δεδομένο; Ό,τι και να εννοούσε είναι παρεξηγήσιμο.

 Όμως ακουσίως είπε μια μεγάλη αλήθεια, την οποία καμώνονται πως δεν βλέπουν τα κόμματα και οι αρχηγοί τους. Ότι οι συζητήσεις αυτές-τέλος πάντων οι περισσότερες εξ αυτών- είτε αφήνουν εντελώς αδιάφορη την κοινωνία είτε την εξοργίζουν και την απωθούν.

Ο κόσμος είναι που θεωρεί χάσιμο χρόνου να βλέπει τις κλασικές αντιπαραθέσεις στη Βουλή. Ο κόσμος που νιώθει κορεσμό ή απέχθεια για τους μικροπολιτικούς καυγάδες, τον καταγγελτικό λόγο, τις κοινοτοπίες και τα κλισέ. Τα έζησε χρόνια τώρα, τα ξέρει και τα βαριέται. Μιλώ για την πλειονότητα κι όχι για τους εκατέρωθεν πεπεισμένους των δύο μεγάλων κομμάτων.

Αλλά μήπως μονάχα στη Βουλή έχει τα συγκεκριμένα απωθητικά χαρακτηριστικά η αντιπαράθεση των κομμάτων; Όχι, βέβαια. Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες ενός  αδυσώπητου πολέμου. Δηλώσεις, απαντήσεις, ανταπαντήσεις, σχόλια, καταγγελίες, διευκρινίσεις. Κόλαση!

Τα κόμματα-ειδικά τα δύο μεγάλα-, ποντάροντας στην δύναμη των ΜΜΕ, θεωρούν ότι τα ευνοεί η πολεμική χροιά της άσαρκης αυτής αντιπαράθεσης. Πιστεύουν ότι έτσι συσπειρώνουν τους ψηφοφόρους τους .Και ευελπιστούν ότι με κάποιες άλλες μεθοδεύσεις (προσλήψεις, φιλολαϊκές εξαγγελίες κλπ) θα συγκινήσουν ευρύτερο ακροατήριο και θα κατισχύσουν στις εκλογές.

Συχνά τα καταφέρνουν. Αλλά δεν αντιλαμβάνονται- ή δεν  ενδιαφέρονται να δουν-ότι η συμπεριφορά αυτή φθείρει βαθμηδόν το πολιτικό σύστημα. Το καθιστά ανυπόληπτο και ευάλωτο. Η ανυποληψία μαζί με τα υπόλοιπα παθογενή ωθούν συν τω χρόνω όλο και περισσότερο κόσμο σ΄ έναν χώρο, στον οποίο κυριαρχεί ο ολοκληρωτισμός της καταγγελτικής/αντισυστημικής ευκολίας. Δηλαδή, στην Ακροδεξιά.

Φάνηκε, προσφάτως στην Ιταλία. Και προηγουμένως σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη, με την ιλιγγιώδη άνοδο της Ακροδεξιάς που έφτασε να συγκυβερνά σε κάποιες χώρες. Βάθρο για την άνοδο της, πέραν των οικονομικών επιλογών της Ένωσης και του μεταναστευτικού- είναι η βαθμιαία απαξίωση των πυλώνων του πολιτικού συστήματος.

Αν συνυπολογιστεί ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα που δεν κυριαρχούν σε άλλες ευρωπαϊκές  χώρες, τότε ο κίνδυνος ακροδεξιάς διολίσθησης προκύπτει καταφανής. Αναφέρομαι στα «εθνικά θέματα» και στις μεγάλες εκκρεμότητες, υπαρκτές η κατασκευασμένες (π.χ. από την Τουρκία), που δημιουργούν εύλογες ανησυχίες στην κοινωνία, η οποία νιώθει την εθνική της αξιοπρέπεια να θίγεται.

Όσο, λοιπόν, κυριαρχεί η κατευναστική λογική και ιδρύουν καθεστώς οι επώδυνοι συμβιβασμοί, τόσο εξανίσταται ο κόσμος. Ακόμη χειρότερα : όταν κανοναρχούν λογής ιδεοληψίες για το έθνος και την πατρίδα, το Όνομα της Μακεδονίας κλπ, τότε δημιουργείται ικανός χώρος για την ανάπτυξη της Ακροδεξιάς. Εν προκειμένω, της Χρυσής Αυγής. Της οποίας-λέει η ελαφρότης της ιδεοληψίας- δεν πρέπει να υιοθετούμε την ατζέντα ! Λες και η έγνοια για το έθνος και την πατρίδα αφορά  την Ακροδεξιά και όχι όλους τους πολίτες, συντηρητικούς και προοδευτικούς που νοιάζονται για τον τόπο τους, χωρίς να ενστερνίζονται εθνικιστικές απόψεις και ανόητους μεγαλοϊδεατισμούς.

Είναι προφανές ότι τα τύμπανα ηχούν προειδοποιητικά. Κι όσοι χρησιμοποιούν ιδεολογικό βουλοκέρι και δεν τα ακούνε, είναι πολύ πιθανό να βρεθούν προ εκπλήξεως. Αλλά τότε θα είναι αργά για τη χώρα. Το έγκλημα θα έχει συντελεστεί.