Μετρημένος, όπως και ο Τσίπρας προ εβδομάδος, ήταν ο Μητσοτάκης στην ΔΕΘ. Διότι αμφότεροι γνωρίζουν ότι η «μεταμνημονιακή» εποχή επιτρέπει μεν μερικώς το αυτεξούσιον στην ελληνική κυβέρνηση, αλλά προβλέπει συγκεκριμένες δυναστικές δεσμεύσεις και ορθώνει ανυπέρβλητους φραγμούς.

Ας δούμε, λοιπόν, συγκεκριμένες θέσεις του αρχηγού της ΝΔ  στα  οικονομικά, καθώς  και τα εύλογα ερωτήματα που προκύπτουν από τις απαντήσεις του:

1) Είπε-και σωστά- ότι το πλεόνασμα του 3,5% είναι δυναστικό και αντιαναπτυξιακό. Και τόνισε εμφατικά ότι θα διαπραγματευτεί με τους εταίρους για να μειωθεί το επαχθές αυτό ποσοστό και να αναπνεύσει η οικονομία.

Δυστυχώς, η εμπειρία από ανάλογες απόπειρες των Σαμαρά και Τσίπρα (για διαπραγμάτευση) δείχνει ότι, στα κατ΄ αυτούς μείζονα, οι εταίροι είναι σκληροί και ανελαστικοί.

Πώς, λοιπόν, θα δυνηθεί να τους πείσει ο κ.Μητσοτάκης, ειδικά όταν ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η χώρα  τελεί υπό σκληρή επιτροπεία;

Ο πρόεδρος της ΝΔ γνωρίζει ότι το πλεόνασμα εξασφαλίζεται με δύο τρόπους. Είτε με την υπερφορολόγηση είτε με την ανάπτυξη. Όμως ακόμη και στην περίπτωση αναπτυξιακής έκρηξης, τα αποτελέσματα δεν είναι άμεσα.

Επομένως, στην καλύτερη περίπτωση, μονάχα  μετά από δύο-τρία χρόνια θα μπορέσει ο κ. Μητσοτάκης (αν έχει αναδειχθεί πρωθυπουργός) να επιστρατεύσει ένα σοβαρό επιχείρημα για μείωση του πλεονάσματος.

2) Ουδεμία κυβέρνηση- σημερινή ή μελλοντική- δύναται να υπερβεί το συγκεκριμένο, ανελαστικό δημοσιονομικό πλαίσιο που έχει συμφωνηθεί. Επομένως, από κάπου πρέπει να προέλθουν τα χρήματα που θα λείψουν από το  κρατικό ταμείο (μειώσεις φόρων και εισφορών κ.α.).

Ο Τσίπρας στηρίζεται στο πλεόνασμα για να αιτιολογήσει το «πόθεν» των χρημάτων που απαιτούνται.

Ο Μητσοτάκης –σύμφωνα με την Συμφωνία Αλήθειας (Θεσσαλονίκη 2016)- προβάλλει την μείωση των καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου, τα έσοδα από την ηλεκτρονική διακυβέρνηση, την ισχύ του 1 προς 5 στη σχέση προσλήψεων/αποχωρήσεων στο δημόσιο κ.α.

Όμως, τα μέτρα αυτά δεν αποδίδουν αμέσως. Τα περισσότερα  «εκτείνονται στο μέλλον», όπως είπε ο αρχηγός της ΝΔ. Επομένως, το δημοσιονομικό κενό που θα δημιουργηθεί από τις άμεσα υλοποιήσιμες εξαγγελίες, πως θα καλυφθεί;

3)Ο λόγος που δεν βγαίνουμε τώρα στις αγορές-είπε ο κ. Μητσοτάκης- είναι «η συνολική εικόνα της κυβέρνησης».

Όμως τόσο οι δανειστές όσο και η Κομισιόν αναφέρονται υμνητικά στον Τσίπρα και την κυβέρνησή του. Ενώ εξίσου θετικοί είναι οι οίκοι αξιολόγησης.

4)Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε εκτενώς στις επενδύσεις και δεσμεύτηκε ότι θα εξαλειφθεί η γραφειοκρατία που τις φρενάρει.

Ωστόσο, όπως άλλωστε και ο κ. Τσίπρας, ουδέν-σαφές και συγκεκριμένο-ανέφερε για θεσμικές παρεμβάσεις που θα διευκολύνουν την Δικαιοσύνη να αποφαίνεται τάχιστα σε ζητήματα που αφορούν επενδυτικές προσπάθειες.

…Τα σχέδια Τσίπρα-Μητσοτάκη για το μέλλον της χώρας, ενώ κινούνται περίπου στο ίδιο διαχειριστικό πλαίσιο, διαφέρουν παρασάγγας στα θέματα των ιδιωτικοποιήσεων (ΑΕΙ, Συγκοινωνίες  κ.α.) και στο Ασφαλιστικό.

Η σύγκρουση στο πεδίο αυτό θα είναι σφοδρή, κατά πως φαίνεται. Δεν θα αναμετρηθούν επιχειρήματα, αλλά καταγγελίες και κραυγές. Θα ήταν ευχής έργον να μην ενδώσει η κοινωνία. Να αξιολογήσει τεκμηριωμένες  θέσεις και λογικά επιχειρήματα. Και να αναλάβει το κόστος οιασδήποτε επιλογής.