Το παραμύθι των μικρών πλεονασμάτων

Το παραμύθι των μικρών πλεονασμάτων

Τις τελευταίες ημέρες και λίγο πριν από το Πάσχα του 2016, η κυβέρνηση και συγκεκριμένα ο κος Νίκος Παππάς, αναφέρθηκε στο γεγονός της δέσμευσης σε μικρότερα πλεονάσματα, σαν μια τεράστια επιτυχία της διαπραγμάτευσης. Το να βαφτίζουμε το άσπρο, μαύρο, το ψάρι, κρέας, την τρόικα, θεσμούς και τα μνημόνια, συμφωνίες, είναι μια συνηθισμένη πρακτική των κυβερνώντων, αλλά το να θεωρούμε επιτυχία τα μικρότερα πλεονάσματα, αυτό ξεφεύγει από κάθε λογική για τους λόγους που εξηγώ παρακάτω.

Εάν τα πλεονάσματα στους κρατικούς προϋπολογισμούς προέκυπταν μόνο από δημοσιονομικά μέτρα και δεν ήταν και αναγκαία για την εκπλήρωση συγκεκριμένων υποχρεώσεων, τότε θα έλεγα πως μπορεί να έχουν και δίκιο που διεκδικούν μικρά πλεονάσματα στην αέναη και καταστροφική αυτή διαπραγμάτευση.

Επειδή όμως τα πλεονάσματα δεν προκύπτουν μόνο από δημοσιονομικά μέτρα, τότε για άλλη μια φορά ψεύδονται και αυτό δεν γίνεται από λάθος η άγνοια, γίνεται γιατί ο βασικός τους στόχος είναι πώς θα εξαπατήσουν για όσο πιο πολύ γίνεται τον ελληνικό λαό, προφανώς για να διαψεύσουν την αριστερή παρένθεση, που πολύ βασανιστικά παρατείνουν για ακόμα λίγο καιρό.

Κατ αρχάς να πούμε ότι πλεονάσματα έχουμε όταν οι εισροές του κράτους είναι περισσότερες από τις εκροές για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Δημιουργούνται δε από τρείς διαφορετικές πηγές.

  1. Δημοσιονομικά μέτρα η μείωση εξόδων. Αυτή η πηγή έχει να κάνει με την μείωση μισθών και συντάξεων του ευρύτερου δημοσίου τομέα καθώς και με μείωση η εξάλειψη άλλων δαπανών.
  2. Αύξηση των συντελεστών φορολογίας. Σε μια στατική εικόνα της οικονομίας αυτό προκαλεί θεωρητικά τουλάχιστον αύξηση εσόδων, θεωρώντας ότι υπάρχουν και τα ανάλογα αποθέματα.
  3. Ανάπτυξη της οικονομίας, του ΑΕΠ και αύξηση των εσόδων. Αυτό συμβαίνει όταν τομείς της οικονομίας μεγαλώνουν είτε για λόγους ανταγωνιστικότητας, βλέπε χαμηλό κόστος παραγωγής, είτε για λόγους “αποκλειστικότητας”, βλέπε τουρισμός, κυρίως γεωργικά προϊόντα, κλπ.

Προφανώς η τρίτη επιλογή, δηλαδή η ανάπτυξη της οικονομίας, είναι και ο πιο ενδεδειγμένος όσον αφορά τους υγιείς τρόπους της δημιουργίας πλεονασμάτων. Η πρώτη επιλογή, δηλαδή  η μείωση των εξόδων, συνηθίζεται να είναι και η αμέσως επόμενη καλύτερη και τελευταία επιλογή η αύξηση της φορολογίας, που είναι σαφέστατα και η πιο υφεσιακή πρακτική.

Όταν όμως, σαν κυβέρνηση, έχεις κάνει τα πάντα για να είναι η οικονομία σου υφεσιακή, προφανώς και δεν σου μένουν άλλοι δρόμοι από την μείωση των εξόδων και η αύξηση της φορολογίας. Και εφόσον σκεπτόμενοι το πολιτικό κόστος η μείωση μισθών και συντάξεων έχει άμεσα αρνητικά αποτελέσματα στην δημοτικότητα σου, η αύξηση των φορολογικών συντελεστών είναι αυτό που σας μένει να κάνετε.

Γνωρίζοντας δε, ότι η αύξηση των φορολογικών συντελεστών, σύμφωνα με την απόλυτη πλειοψηφία των οικονομολόγων, είναι βαθιά υφεσιακή πρακτική, μπαίνουμε σε μια θανατηφόρα παλινδρόμηση, μια σπειροειδή καθοδική πορεία, έναν φαύλο κύκλο χωρίς τέλος.

Και για να ξεκαθαρίσουμε και κάτι άλλο, πλεονάσματα πρέπει να έχεις πάντα και μεγάλα μάλιστα και εάν δεν έχεις υποχρεώσεις να καλύψεις τότε καν’ τα αναδιανομή για να ωφελήσεις τους πιο αδύναμους εάν αυτό θέλεις να κάνεις. Το να κάνεις όμως αναδιανομή ελλειμμάτων η διαχείριση της φτώχιας και της μιζέριας, μόνο περισσότερη φτώχια και μιζέρια θα παράξεις και τίποτα παραπάνω.

Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας τα πλεονάσματα χρειάζονται για να καλύπτουν τουλάχιστον τους τόκους των δανείων έτσι ώστε να μην αυξάνεται ο ήδη βεβαρυμμένος δανεισμός με επιπλέον δάνεια. Όταν λοιπόν αναδεικνύεις το γεγονός ότι έχεις “καταφέρει” και έχεις συμφωνήσει σε μικρά η ανύπαρκτα πλεονάσματα πρέπει ταυτόχρονα να πεις στον κόσμο ότι έτσι επιβαρύνεις το χρέος σου και προφανώς τα παιδιά σου που θα κληθούν να το αποπληρώσουν.

Οι δανειστές αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν σε μικρότερα πλεονάσματα, όχι γιατί θέλουν να εξυπηρετήσουν τον λαϊκισμό της κυβέρνησης μας, αλλά επειδή όλες οι προηγούμενες θετικές προβλέψεις, για την οικονομία των επομένων ετών, μετατράπησαν σε αρνητικές πράγμα που δεν τους καλύπτει όσον αφορά την πραγματοποίηση και υλοποίηση των συγκεκριμένων πολιτικών και πλεονασμάτων.

Τα πλεονάσματα χρειάζονταν κυρίως για την αποπληρωμή των τόκων, μιας και οι δόσεις επί των κεφαλαίων ξεκινούν το 2022. Η διαφορά λοιπόν μεταξύ των μικρότερων πλεονασμάτων και αυτών που χρειάζονταν για την μη επιβάρυνση του χρέους θα μετατραπεί σε επιπλέον δανεισμό που θα επιβαρύνει το ηδη τεράστιο χρέος της χώρας μας.

Κώστας Αγγελάκης

Διεθνείς σχέσεις, Μηχανικός Παραγωγής  (University of South Florida, USA)

MBA (Kingston University, England)

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο