«Mors mea vita tua» ή αλλιώς «ο θάνατός μου, η ζωή σου»...

«Mors mea vita tua» ή αλλιώς «ο θάνατός μου, η ζωή σου»...

Γενικά, ειδικά και πολύ συγκεκριμένα . Άσχετο αν εσένα στο παρουσιάζουν, σαν Αλληλούια, ο κόσμος αλλάζει και ο τελευταίος που θα το συνειδητοποιήσει, είναι ο Άνθρωπος. Αν κι επειδή, υπάρχουν πολύ σοβαρές αμφιβολίες, για την ύπαρξη του, στη σταθεροποίηση της αλλαγής.

Κι ο δεινόσαυρος σαν είδος, ούτε πού είχε πάρει πρέφα, ότι αλλάζοντας ο πλανήτης και οι συνθήκες αυτός θα γινόταν, μια ωραία πεταλούδα σ’ ένα κάμπο μια φορά, να καμαρώνει και να απλώνει τα γαλάζια της φτερά... Μάλλον έτσι και το ανθρώπινο δυναμικό του πλανήτη. Γενικότερα αλλά πολύ ειδικά επίσης. 

Απεργία σήμερα. Γενική. Κατά των πάντων και υπέρ. Κατά του μνημόνιου. Καλά, αυτό νομίζω ότι σε πολύ λίγα χρόνια από σήμερα. Θα παγιωθεί στην ρίζα της φυλής, σαν χαρακτηριστικό, στο DNA. Δηλαδή μαζί με τα σκούρα μαλλιά, σκούρα μάτια και μέτριο ύψος, θα υπάρχει: και μια ελιά θες, ένα σημάδι, κάτι, τέλος πάντων που θα δηλώνει τη γνησιότητα την ελληνική και αντιμνημονιακή. Έτσι χωρίς καμιά ανάγκη να αιτιολογηθεί. Γονίδιο ας πούμε.

«Ελληνας αντιμνημονιακός υπήκοος». Η βούλα της ράτσας. Κατεβαίνει, λοιπόν στην απεργία σήμερα: Η αντιπολίτευση που το 'φερε, το καθιέρωσε, το ψήφισε, το εφάρμοσε και το υποστηρίζει, μετά μανίας το μνημόνιο. Αλλά είναι εναντίον του.

Κατεβαίνει επίσης και η κυβέρνηση: Που δεν το 'θελε, θα το 'σκιζε, το πολέμησε, το καταψήφισε πριν, αλλά το βρίσκει χρήσιμο υποχρεωτικό και αναγκαίο μετά. Σαν κυβέρνηση δε, δεν θέλει να το εφαρμόσει. Ψηφίζοντας το.

Κατεβαίνουν και οι συνδικαλιστές. Οι οποίοι δεν το θέλουν, δεν το αποδέχονται, δεν το υποστηρίζουν, αλλά το εφαρμόζουν μουλωχτά εδώ και χρόνια. Κάνοντας γαργάρα το ότι δεν υφίσταται πλέον εργατικό δίκαιο και καμμιά συλλογική και εθνική σύμβαση. όλοι εναντίον όλων και υπέρ των ίδιων.

Δεν θυμάμαι που διάβαζα προχτές, ότι γυρνάμε ολοταχώς πίσω στις δεκαετίες του '50 και του '60. Δεν το συμμερίζομαι καθόλου.

Αν γυρνάμε κάπου που είμαστε ήδη στη μέση (το προσπεράσαμε το μεταπολεμικό). Είναι στα τσιφλίκια και στους κολίγους. Και ακόμη πιο πίσω σε αγάδες και γιουσουφάκια.

Η Ελλάδα του '50 και του '60... ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΑΣΤΕΓΟΥΣ. Είχε φτώχεια, είχε δωμάτια σε αυλές, που μέναν πολλοί μαζί, είχε δάκρυα και ιδρώτα .. Είχε κοινά τσουκάλια. Μεγάλες οικογένειες δεμένες στην Εστία, πολύ σφιχτά. Είχε μπαλωμένα ρούχα και παπούτσια. Είχε λίγα, αλλά αρκετά, να την σπρώξουν στην ζωή, όχι στο γκρεμό.... Άστεγους δεν είχε, απελπισμένους ούτε, είχε όνειρα και όρεξη να τα βάλει μπρος... Πάνω από όλα ήταν αξιοπρεπής, μέσα στην ανέχεια της.... Είχε νοικοκύρηδες και όχι «νοικοκυραίους»... Είχε Φιλότιμο και Μπέσα. Πολέμησε «με αυτά” και “για αυτά».

Εδινε το χέρι, χωρίς να φοβάται, μην χάσει τα δάχτυλα.

Εμείς που είμαστε παιδιά αυτωνών. Νοιώσαμε, τα ζήσαμε και τα θυμόμαστε. Όταν έκανε απεργία εκείνη η γενιά. Ήξερε ποιός είναι υπέρ, ή εναντίον της.

Κι έπαιρνε θέση. Είχε φυσικά και Δελαπατρίδηδες, αλλά έκανε χάζι μάζι τους. Οχι σοβαρή συζήτηση. Αντε να γέλαγε στους λόγους τους και να 'φφευγε και κανά γιαούρτι.

Για εκτόνωση. Θα με ρωτήσεις είσαι δηλαδή κατά;

Και θα σου πω «Καθόλου». Είμαι υπέρ μιας άλλης απεργίας. Οχι αυτής με τα ραντεβού, τα προσυνεννοημένα τα κανονισμένα και τα προαπαιτούμενα... Αλλωστε, όταν χάσεις κάτι μέ ένα τρόπο, δεν μπορείς να το ξαναδιεκδικήσεις με τα ίδια μέσα...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο