Σε έναν κόσμο που αλλάζει η Ελλάδα δεν μπορεί να μένει πίσω από τις εξελίξεις

Σε έναν κόσμο που αλλάζει η Ελλάδα δεν μπορεί να μένει πίσω από τις εξελίξεις

Τα τελευταία 26 χρόνια, από την κατάρρευση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της Σοβιετικής Ένωσης, μία νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων έκανε την εμφάνισή της.

Πολλοί αναλυτές της νεοφιλελεύθερης σχολής – με προεξέχοντα τον Φράνσις Φουκουγιάμα- έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τη νέα εποχή που αναδύθηκε ως το «τέλος της ιστορίας», με άλλα λόγια την επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας ως τον μοχλό για τις αλλαγές που συντελούνται πλέον σε επίπεδο κοινωνιών.

Παρότι αυτή η θεωρία κατέρρευσε με πάταγο, η αλήθεια είναι πως η νέα παγκόσμια τάξη υπήρξε ένα κομβικό σημείο στην ιστορία του πλανήτη και έφερε νέες ευκαιρίες, προβλήματα αλλά το κυριότερο: Ανταμείφθηκαν αυτοί που πραγματικά ήταν προετοιμασμένοι, αυτοί δηλαδή που δεν κοίταξαν μονάχα το παρόν, αλλά οραματίσθηκαν το μέλλον. 

Τα πρώτα χρόνια της νέας κατάστασης που δημιουργήθηκε οι ΗΠΑ υπήρξαν η μοναδική υπερδύναμη. Σαν έτοιμη από καιρό, η Ουάσινγκτον στην κυριολεξία αναδόμησε εκ βάθρων την Ανατολική Ευρώπη, φέρνοντας τους περισσότερους από τους πρώην «δορυφόρους» της ΕΣΣΔ στο «άρμα» του ΝΑΤΟ και της Δύσης.

Την ίδια ευκαιρία έσπευσε να εκμεταλλευτεί η πρόσφατα ενωμένη Γερμανία, που έσπευσε να επεκτείνει το ζωτικό οικονομικό της ζωτικό χώρο στα εδάφη που κάποτε διεκδικούσε με τα στρατεύματά της και που τη δεκαετία του 90 άρχισε τη διαδικασία ενσωμάτωσης μέσω της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από τη δεκαετία του 90 και έπειτα, πολλά έχουν αλλάξει. Τα πρώτα χρόνια της «αυτοκρατορίας» των ΗΠΑ αντικαταστάθηκαν από έναν πολυ – πολικό κόσμο όπου πλέον η Ρωσία, η Κίνα και γενικότερα οι αναπτυσσόμενες χώρες διεκδικούν τον ρόλο τους στο νέο πλαίσιο που δημιουργείται.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει, τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Παγιωμένες αντιλήψεις πολλών δεκαετιών παύουν να υφίστανται και χώρες που κάποτε θεωρούνταν περιθωριοποιημένες ξαφνικά βρίσκονται στο επίκεντρο.

Ας στρέψουμε λίγο το βλέμμα μας προς την Κούβα... Από την στιγμή που βρέθηκε στην εξουσία ο Φιντέλ Κάστρο, και ιδιαίτερα από την κρίση των πυραύλων το 1962, οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν έναν ανελέητο οικονομικό -και όχι μόνο- πόλεμο ενάντια στο σοσιαλιστικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε.

Το εμπάργκο που επέβαλε η Ουάσινγκτον στις εμπορικές συναλλαγές θεσμοποιήθηκε με νόμους επί νόμων που πέρασαν ανά τα χρόνια από το Κογκρέσο και η επιθετική ρητορική δεν μειώθηκε ακόμα και μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού... Και όμως! Μέσα σε λίγους μήνες όλα άλλαξαν, η αμοιβαία καχυποψία άρχισε να υποχωρεί και οι δύο χώρες διένυσαν τόση απόσταση όση δεν είχαν διανύσει τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες.

Ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και το Ιράν. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 όταν σημειώθηκε η επανάσταση που ανέτρεψε τον Σάχη Ρεζά Παχλαβί και έφερε το θεοκρατικό καθεστώς του Αχιατολάχ Χομενεϊνί, η Τεχεράνη ήταν στην κυριολεξία απομονωμένη.

Τριανταέξι χρόνια μετά, και υπό το βάρος των καταιγιστικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή, την προέλαση των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους και την αναβάθμιση των ικανοτήτων του, το Σιιτικό καθεστώς της Τεχεράνης κατέστη εκ νέου συνομιλητής των Δυτικών, καταφέρνοντας μάλιστα να αποσπάσει και μία συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα που έχει στα σκαριά.

Φυσικά κανένας δεν μπορεί να προβλέψει το πότε θα συμβούν τεκτονικές αλλαγές στο παγκόσμιο οικοδόμημα. Κανένας υπουργός Εξωτερικών, κανένας διπλωμάτης ή ινστιτούτο δεν έχει μαντικές ικανότητες. Ωστόσο εάν κάποια χώρα θα μπορέσει να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες που της παρουσιάζονται είναι θέμα καθαρά πρακτικό: Χρειάζεται δηλαδή σωστή προετοιμασία, ανάγνωση της διεθνούς συγκυρίας και το κυριότερο, προγραμματισμό.

Ό,τι δηλαδή λείπει από την εξωτερική πολιτική της χώρας μας, τις τελευταίες δεκαετίες, το στίγμα και η παρέμβαση της οποίας στα Βαλκάνια και όχι μόνο, πλέον έχει ξεθωριάσει για τα καλά... Πόσοι ήταν οι πρωθυπουργοί που υπογράμμιζαν τη στρατηγική θέση της χώρας μας στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Πόσοι χαρακτήριζαν – και δικαίως- την Ελλάδα ως τη γέφυρα της Ασίας με την Ευρώπη... 

Παρά τα λόγια όμως, λίγα έχουν γίνει ώστε αυτές οι εύηχες κουβέντες να μετατραπούν σε εξωτερική πολιτική, ειδικά από τότε που η σχέση της χώρας μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση έγινε πολύ στενότερη.

Θεωρώντας ότι η χώρα βρίσκεται στον στενό πυρήνα της Ευρώπης, οι τελευταίες κυβερνήσεις πορεύτηκαν στον αυτόματο πιλότο, στη λογική πως «ό,τι είναι καλό για την Ευρώπη ή το ΝΑΤΟ, είναι καλό και για την Ελλάδα», ειδικά από τη στιγμή που ξέσπασε η χώρα μας βυθίστηκε στη δίνη της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων.  

Σε αυτό το πλαίσιο ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος έσπευδε να ανακοινώσει τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στη Συρία πριν καν τους αποφασίσει ο... ίδιος ο Μπαράκ Ομπάμα και στο τέλος βρέθηκε εκτεθειμένος. 

Ο ίδιος ήταν που έτρεχε στο Κίεβο στις αρχές του 2014 ως προεδρεύων ΥΠΕΞ της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συγχαρεί τον τότε πρόεδρο της Ουκρανίας Αλεξάντερ Τουρτσίνοφ, πριν καλά – καλά καθίσει η σκόνη του πραξικοπήματος που έφερε την ανατροπή του Βίκτορ Γιανουκόβιτς.

Τα δύο αυτά παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά του πως ασκήθηκε η εξωτερική πολιτική από τους υπουργούς μας, οι οποίοι βρέθηκαν σε μία θέση μέσω της οποίας φρόντισαν να διαφυλάξουν την υστεροφημία τους και να μην «βρωμίσουν» τα χέρια τους από την ενασχόληση με τη μνημονιακή καθημερινότητα, κυρίως όμως να διαχωρίσουν τους εαυτούς τους από τις σκληρές πολιτικές επιλογές που επέβαλαν οι δανειστές.

Ενδεικτικό των προτεραιοτήτων που έθεταν οι υπουργοί μας των Εξωτερικών μέχρι πρότινος, ήταν η... πρεμούρα να κάνουν τελετές ονομασίας αιθουσών στο υπουργείο. Όσο για το μέλλον; Κανένα σαφές σχέδιο πως θα πορευτεί η χώρα ή πως θα αξιοποιήσει τη θέση της στο ρευστό διεθνές περιβάλλον.

Η γειτονική μας Τουρκία αντιθέτως, τόλμησε και αναβάθμισε την εξωτερική της πολιτική. Από την απομόνωση που έφεραν τη δεκαετία του 90 οι ευθύτατες παρεμβάσεις των στρατηγών στα πολιτικά πράγματα της χώρας και τη διεθνή κατακραυγή για τις βαρβαρότητες σε βάρος των Κούρδων όταν ο «αντιτρομοκρατικός» πόλεμος βρισκόταν στο απόγειό του, η χώρα έφτασε να διεκδικεί τον ρόλο του «περιφερειακού» παίχτη στην περιοχή.

Χάρη στις αμφιλεγόμενες ιδέες που εφάρμοσε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών και νυν πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου, ο ρόλος της χώρας αναβαθμίστηκε, νέες αγορές άνοιξαν για τα τουρκικά προϊόντα και η Άγκυρα έφτασε να έχει λόγο και σοβαρή παρέμβαση σε μία περιοχή που εκτείνεται από τα Βαλκάνια έως τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες.

​Σε μία εποχή που ο κόσμος αλλάζει, εάν δεν οραματιστείς το μέλλον, δεν τολμήσεις, δεν σπάσεις ταμπού δεκαετιών, δεν θα εκμεταλλευθείς τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται και μία ζωή θα τρέχεις πίσω από τις εξελίξεις...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο