Τι κρύβει η ρωσική εμπλοκή στη Συρία – Κίνδυνοι, ευκαιρίες και διαμάχες

Τι κρύβει η ρωσική εμπλοκή στη Συρία – Κίνδυνοι, ευκαιρίες και διαμάχες

Όσοι πιάστηκαν στον ύπνο με τις χθεσινές αστραπιαίες αποφάσεις της ρωσικής Βουλής για αποστολή στρατευμάτων στη Συρία και την άμεση έναρξη των βομβαρδισμών κατά του Ισλαμικού Κράτους, κακώς… πιάστηκαν.

Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος στρατιωτική ιδιοφυΐα για να αντιληφθεί που το πήγαινε η Μόσχα… Εδώ και αρκετές εβδομάδες οι εργασίες για την επέκταση των υφιστάμενων αεροπορικών και ναυτικών βάσεων στα συριακά λιμάνια της Λαττάκειας και της Ταρτούς, όπως επίσης η αποστολή εξοπλισμού και στρατευμάτων, υποδείκνυαν προς αυτή την κατεύθυνση.

Η Δύση, όπως ήταν φυσικό, αντέδρασε με… παγωμάρα στις ρωσικές ενέργειες αν και ο υπό τις ΗΠΑ συνασπισμός κατά του ΙΚ δεν εμφανίστηκε με μία ενιαία θέση: Από την πλήρως αρνητική στάση της Ουάσινγκτον έως και τα… σχεδόν θετικά σχόλια του βρετανού πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον, υπάρχει μία απόσταση – όπως και να το κάνουμε.

Πολλά μπορεί να προσάψει κάποιος στον Βλαντιμίρ Πούτιν για τη χθεσινή του απόφαση: Ότι ήταν μία μελετημένη ενέργεια για να κλέψει η Ρωσία τις εντυπώσεις στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, η οποία όπως αναμενόταν επικεντρώθηκε στη συριακή κρίση. Ότι ήθελε να στρέψει την παγκόσμια προσοχή από την επέμβαση στην ανατολική Ουκρανία ή ότι απλά προσπάθησε να ισχυροποιήσει το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ.

Όλα αυτά τα επιχειρήματα είναι βεβαίως δεκτά, αλλά οι εκ δύσεως ορμώμενοι επικριτές του Πούτιν δεν λαμβάνουν υπόψη (ή τουλάχιστον όσο θα έπρεπε), τις συνέπειες που θα είχε μία επικράτηση των τζιχαντιστών για τη Ρωσία στη Συρία.

Πέραν των οικονομικής και της στρατιωτικής σημασίας που έχει για τη Μόσχα η Δαμασκός, σε περίπτωση που το Ισλαμικό Κράτος εγκαθιδρύσει το χαλιφάτο του και ηρεμήσει η κατάσταση, πολλοί από τους ξένους μαχητές  που εντάχθηκαν στις τάξεις του θα επιστρέψουν στις χώρες προέλευσής τους. Και μία πολύ σημαντική τους μερίδα προέρχεται από τις ρωσικές περιοχές του Καυκάσου και τις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες, όπως το Τατζικιστάν, όπου ως γνωστόν κυριαρχεί το ισλαμικό στοιχείο.

Και αυτό το ενδεχόμενο κάνει τους ρώσους επιτελείς να ανατριχιάζουν. Φανταστείτε την επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας που θα αντιμετωπίσει η Ρωσία και οι συμμαχικές της χώρες σε περίπτωση που οι φανατισμένοι και εμπειροπόλεμοι τζιχαντιστές επιστρέψουν πίσω με την πρόθεση να κηρύξουν έναν νέο «ιερό» πόλεμο. Οι μνήμες των μαχών στην Τσετσενία, αλλά και των τρομοκρατικών επιθέσεων με δράστες φανατικούς ισλαμιστές  είναι πολύ νωπές εξάλλου και κανείς δεν θέλει να επαναληφθούν. Σε αυτό το πλαίσιο δικαιολόγησε πολιτικά τις αποφάσεις του χθες ο Πούτιν, που διαμήνυσε πως «μόνο με προληπτικά χτυπήματα θα μπορέσουμε να συντρίψουμε το Ισλαμικό Κράτος».

Εδώ βεβαίως μπαίνει και το ζήτημα των στόχων που βομβαρδίζουν τα ρωσικά αεροπλάνα. Οι πρώτες αναφορές της συριακής αντιπολίτευσης και των ανταρτών κάνουν λόγο για χτυπήματα σε περιοχές που δεν ελέγχονται από τους τζιχαντιστές και έχουν στόχο αντικαθεστωτικούς. Η ίδια η Μόσχα σήμερα παραδέχθηκε πως χτυπάει και στόχους που δεν έχουν να κάνουν με το ΙΚ, αλλά και με άλλες «τρομοκρατικές οργανώσεις», όπως το Μέτωπο αλ Νούσρα. Είναι άγνωστο τελικά ποιους θα πάρει η «μπάλα» εκτός από τους τζιχαντιστές, και αυτή πράγματι είναι μία εστία τριβής μεταξύ Ρωσίας και Δύσης. Σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση είναι ακόμα συγκεχυμένη, δεν υπάρχει επιβεβαίωση από ανεξάρτητους παρατηρητές, όπως ο ΟΗΕ, ενώ μέχρι και ο Λευκός Οίκος κράτησε διακριτικές αποστάσεις από τις αναφορές περί βομβαρδισμών αμάχων.

Στο δια ταύτα: Οι αποφάσεις του Κρεμλίνου για βαθύτερη εμπλοκή στη συριακή κρίση και η έναρξη της αεροπορικής εκστρατείας κατά των τζιχαντιστών, ίσως και να αποδειχθεί το σημείο καμπής στη μάχη ενάντια του Ισλαμικού Κράτους.

Και αυτό, γιατί πολύ απλά η στρατηγική του Ομπάμα και της υπό της ΗΠΑ συμμαχίας απέτυχε οικτρά και επαλειμμένα: Η αντίληψη που ανήγαγε τους μετριοπαθείς αντάρτες στο επίκεντρο της αντιμετώπισης του Ισλαμικού Κράτους και η από αέρος υποστήριξή τους από δυτικά αεροσκάφη αποδείχθηκε κοντόφθαλμη στην καλύτερη περίπτωση και δεν άλλαξε τους συσχετισμούς στα πεδία των μαχών.

Και αυτό συνέβη για αρκετούς λόγους:

  • Πρώτον, οι μετριοπαθείς, κοσμικοί και ισλαμιστές αντάρτες, (αν υπάρχουν πλέον υπολογίσιμες δυνάμεις στις τάξεις τους) υποσκελίστηκαν πλήρως κατά τη διάρκεια του εμφυλίου από τους τζιχαντιστές, οι οποίοι όπως έχω γράψει πολλές φορές είναι πλέον κάτι παραπάνω από μία τρομοκρατική οργάνωση, αλλά ένας κανονικός αντάρτικος στρατός, εμπειροπόλεμος και αρματωμένος μέχρι τα δόντια. Κατ’ επέκταση η εκπαίδευσή των ανταρτών και ο εξοπλισμός τους με σύγχρονα όπλα αποδείχθηκε μία διαδικασία που στοίχισε πόρους και πολύτιμο χρόνο δίχως τα ανάλογα αποτελέσματα.
  • Δεύτερον, παραμερίστηκε ο παράγοντας Άσαντ. Για πολλούς, ο πρόεδρος της Συρίας είναι δικτάτορας, μία άποψη που με βρίσκει και εμένα απόλυτα σύμφωνο. Αλλά ας μην ξεχνάμε ο ίδιος και η οικογένειά του κυβερνά τη χώρα για πάνω από τέσσερις δεκαετίες. Και αυτό σημαίνει πως έχει ισχυρή βάση υποστηρικτών και είναι αρκετοί ακόμη που τον αναγνωρίζουν ως νόμιμο ηγέτη της χώρας. Σε τελική ανάλυση μετά από τεσσεράμισι χρόνια σφαγών και αίματος, ακόμα παραμένει στην εξουσία. Όπως μας έχει διδάξει η ιστορία, όση καταστολή και βία να χρησιμοποιήσει ένα καθεστώς, εάν δεν έχουν την παραμικρή στήριξη στο εσωτερικό αργά ή γρήγορα καταρρέει.
  • Περαιτέρω, η άρνηση οποιασδήποτε επαφής με τον Άσαντ, έβγαλε αυτομάτως εκτός κάδρου και τις συριακές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες είναι από τους λίγους πραγματικούς αντιπάλους των τζιχαντιστών.

Το καθεστώς Άσαντ, εδώ που έφτασαν τα πράγματα μπορεί και πρέπει να αποτελέσει μέρος της λύσης. Κανείς δεν μιλάει για παραμονή του στην εξουσία, ούτε ο ίδιος ο Πούτιν. Ωστόσο είναι σημαντικό να συμπεριληφθεί στη συζήτηση για την πολιτική μετάβαση στη Συρία, την επόμενη ημέρα δηλαδή. Και αυτή τη θέση αρχίζουν δειλά –δειλά να διατυπώνουν και δυτικές χώρες όπως η Γερμανία και Βρε​τανία οι οποίες βλέπουν έντρομες τις συνέπειες της αιματοχυσίας να τους χτυπούν την πόρτα, οι οποίες δεν είναι άλλες από την έξαρση των μεταναστευτικών ροών προς τις χώρες της Ευρώπης

Η επιτάχυνση των εξελίξεων που φέρνει η δυναμική εμπλοκή της Μόσχας στη Συρία δίνει και μία ευκαιρία στις ΗΠΑ να απεγκλωβιστούν από την αδιέξοδη και άναρχη πολιτική που ακολούθησαν στο συριακό ζήτημα και στην αντιμετώπιση των τζιχαντιστών, και να αναγνωρίσουν έστω και με πλάγιο τρόπο ότι η πολιτική μετάβαση θα επιτευχθεί με τη συμμετοχή όλων των «παιχτών», από τον Άσαντ έως το Ιράν και τις μοναρχίες του περσικού Κόλπου.

Σε κάθε περίπτωση, στρατιωτικό επεισόδιο μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας – όπως άφησε χθες να εννοηθεί ο αμερικανός ΥΠΕΞ- είναι σχεδόν απίθανο να συμβεί. Γιατί στο κάτω – κάτω ο πραγματικός κοινός εχθρός είναι το Ισλαμικό Κράτος και τώρα ανοίγει το πρώτο παράθυρο για την αντιμετώπισή του, αρκεί βεβαίως να υπάρξει η στοιχειώδης συνεννόηση από όλες τις πλευρές…

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο