Διαβάζοντας τη συνέντευξη του γερμανού υπουργού Οικονομικών την περασμένη Παρασκευή στη Suddeutsche Zeitung, πολλοί ήταν αυτοί που εξεπλάγησαν, καθώς θεώρησαν πως ήταν πρώτη φορά που ο Σόιμπλε αναφέρθηκε στην πιθανότητα έστω ενός προγράμματος χωρίς το ΔΝΤ.

Αναμφίβολα πρόκειται για μία εντυπωσιακή αλλαγή στάσης του Βερολίνου, στο ζήτημα αυτό. Ειδικά εάν αναλογιστεί κανείς τα όσα φέρεται να είπε η Άνγκελα Μέρκελ στον Αλέξη Τσίπρα κατά την επίσκεψή του στη γερμανική πρωτεύουσα. Ότι πρόγραμμα δίχως το Ταμείο δεν υπάρχει.

Ορισμένοι έσπευσαν να κάνουν λόγο για «αστοχία» του Σόιμπλε, ότι δηλαδή υποχώρησε από τις θέσεις του, άλλοι χαιρέτησαν τα όσα είπε για το ΔΝΤ και την ανάληψη της εποπτείας του προγράμματος, όπως η κυβέρνηση η οποία χαρακτήρισε ούτε λίγο, ούτε πολύ τις προτάσεις του νούμερο ένα πολιτικού της εχθρού στην Ευρώπη ως… καλοδεχούμενες.

Τι έγινε λοιπόν; Ο Σόιμπλε ξαφνικά… τρελάθηκε και προσέφερε δώρο στο πιάτο της Αθήνας; Φυσικά και όχι. Παρατηρητές στο Βερολίνο, εκτιμούν πως ο «σιδηρούς» υπουργός Οικονομικών δεν έκανε παρά μία κίνηση τακτικής, στέλνοντας μήνυμα τόσο εντός Βερολίνου όσο και στην Αθήνα. Στην ουσία αποκάλυψε το σχέδιο Β που είχε στα συρτάρια του, μία τροποποίηση παλαιότερης ιδέας που εκπόνησε παρέα με την πρώην υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας και νυν διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ στην αρχή της κρίσης χρέους.

Όπως εύστοχα παρατήρησε η οικονομική εφημερίδα Handelsblatt, ο Σόιμπλε είπε στη Bundestag πως το Βερολίνο ίσως και να κάνει παραχωρήσεις προς το ΔΝΤ (στο θέμα του χρέους ίσως; Και με τι αντίτιμο για την ελληνική κυβέρνηση) ώστε αυτό να παραμείνει στο πρόγραμμα. Η άλλη εναλλακτική για τους βουλευτές του κόμματός του θα είναι νέες διαπραγματεύσεις, νέα περίοδος αβεβαιότητας και μία αμφιβόλου αποτελέσματος ψηφοφορία, εν μέσω προεκλογικής περιόδου.

Από την άλλη ο Σόιμπλε έστειλε και σαφές μήνυμα προς την Αθήνα. Στο βαθμό που ο ESM θα αναλάβει την εποπτεία του προγράμματος, θα απαιτηθεί αν όχι νέο μνημόνιο, σίγουρα ο ανασχεδιασμός του υφιστάμενου προγράμματος. Και αυτό εκ των πραγμάτων θα περιέχει σκληρότερες δεσμεύσεις [«θα πρέπει να επιβληθούν τα όσα συμφωνήθηκα ν πιο αποτελεσματικά», ήταν η χαρακτηριστική του τοποθέτηση], αλλά και σκληρότερη λιτότητα αφού σίγουρα θα πιέσει να εφαρμοστεί η συνταγή του ΔΝΤ [οι συστάσεις Τόμσεν για ψαλίδι σε αφορολόγητο, συντάξεις] ακόμα και χωρίς την παρουσία του Ταμείου.

Τι είπε ουσιαστικά ο Σόιμπλε; Πως με ή χωρίς το ΔΝΤ η Αθήνα θα πρέπει να αναμένει σκληρότερη λιτότητα. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα δηλαδή. Σε περίπτωση παραμονής του Ταμείου θα πρέπει να βρεθεί η λύση με τις απαιτήσεις του ώστε να εκπληρωθεί ο στόχος για πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018 [το Ταμείο θεωρεί πως με τα υφιστάμενα μέτρα θα πιαστεί μόνο το 1,5% του ΑΕΠ] και σε περίπτωση εξόδου, δρακόντεια  εποπτεία, ένα νέο πρόγραμμα και προφανώς νέες σκληρές δεσμεύσεις που θα έχουν το στίγμα του ΔΝΤ, χωρίς όμως την ελάφρυνση χρέους και τους χαμηλότερους δημοσιονομικούς στόχους. Και φυσικά θα έχει προηγηθεί μία ακόμη εξουθενωτική διαπραγμάτευση, η οποία θα γίνει εν μέσω προεκλογικής περιόδου στις σημαντικότερες χώρες του σκληρού πυρήνα της ευρωζώνης. Δίχως δηλαδή περιθώρια ελιγμών και συμμαχιών από την ελληνική κυβέρνηση, την ώρα που οι σκληροί [Γερμανία, Ολλανδία] θα εμφανιστούν ακόμα σκληρότεροι καθώς για ότι κάνουν θα πρέπει να λογοδοτούν στο κομματικό τους ακροατήριο.  

Υπό αυτό το πρίσμα, οι πανηγυρισμοί και η θετική ανάγνωση των δηλώσεων του Γερμανού ΥΠΟΙΚ από την Αθήνα είναι ακατανόητοι. Ιδίως όταν οι τοποθετήσεις αυτές γίνονται σε μία κρίσιμη καμπή των διαπραγματεύσεων που τα πάντα είναι ανοιχτά και κανείς δεν ξέρει πόσο θα διαρκέσουν και τι αντίκτυπο θα έχουν οι καθυστερήσεις στην εύθραυστη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας…