Η σκληρή στάση και οι παράλογες απαιτήσεις του ΔΝΤ από την Ελλάδα έχουν αναχθεί στο κυριότερο πρόβλημα για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος. Στις απαιτήσεις αυτές η ελληνική κυβέρνηση δίνει τεκμηριωμένη απάντηση, αναδεικνύοντας τις αστοχίες και τους λανθασμένους υπολογισμούς του ΔΝΤ όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Όμως τα συνεχή προσκόμματα που βάζει το ΔΝΤ δεν αφορούν μόνον τις νεοφιλελεύθερες ιδεοληψίες που κυριαρχούν στο Ταμείο. Είναι από καιρό φανερό ότι η στάση του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα δημιουργεί, από πρόθεση ή από κακό υπολογισμό, σοβαρά προβλήματα στη συνοχή της ΕΕ. Από τεχνοκρατικός μηχανισμός υποτίθεται το  ΔΝΤ έχει μετατραπεί κατά την ελληνική διαπραγμάτευση σε πολιτικό παράγοντα, χωρίς βέβαια να διαθέτει την δημοκρατική νομιμοποίηση και να υφίσταται τον λαϊκό έλεγχο όπως οι κυβερνήσεις.

Η πολιτική ουσία των απαιτήσεων του ΔΝΤ είναι ότι θέτουν την Ευρώπη προ διχαστικών διλημμάτων. Ξεκινά μεν από τη σωστή θέση για μεγάλο κούρεμα του ελληνικού χρέους, γνωρίζοντας όμως εκ των προτέρων το βέτο που προτάσσει ο Σόιμπλε για μια τέτοια απόφαση πριν τις γερμανικές εκλογές. Οπότε αντιπροτείνει τη λήψη σκληρών προληπτικών μέτρων από την Ελλάδα για το 2019, γνωρίζοντας και πάλι ότι αυτά ξεπερνούν τις αντοχές της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας.

Σε τελευταία ανάλυση το ΔΝΤ δίνει συνεχώς πάσες στον κ. Σόιμπλε για να επιδεικνύει αυτός αδιαλλαξία στην διαπραγμάτευση με την Ελλάδα και να χαϊδεύει έτσι τα αυτιά του υπερσυντηρητικού ακροατήριου του στη Γερμανία. Ενός Σόιμπλε φοβισμένου μπροστά στην προοπτική αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών που διαφαίνεται στην χώρα του.

Η χρονική στιγμή που συμβαίνουν αυτά δεν είναι καθόλου αδιάφορη. Η διακυβέρνηση Τραμπ ξεκίνησε με μια πολύ επιθετική στάση απέναντι στην ΕΕ, με τη διακηρυγμένη επιθυμία του νέου αμερικανού Προέδρου να συνομιλεί με τα εθνικά κράτη αλα κάρτ και όχι μέσα σε πολυμερή πλαίσια.

Για όποιον θέλει να διαιρεθεί και να αποδυναμωθεί η Ευρώπη, η αδιέξοδη στάση ου ΔΝΤ είναι ό,τι καλυτερο. Από αυτήν θα επωφεληθούν οι υπερσυντηρητικές απόψεις και η νέα ακροδεξιά, εντάσσοντας την αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος στην προεκλογική ρητορική τους σε διάφορα κράτη της ΕΕ. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η παράταση της εκρεμμότητας είναι ένα παιχνίδι με τη φωτιά που μπορεί να έχει συνέπειες πολύ ευρύτερες από την πορεία του ελληνικού προγράμματος.

Το πολιτικό συμπέρασμα  είναι ότι η Ευρώπη συνολικά έχει ζωτικό συμφέρον να ξεπεραστούν γρήγορα τα προσκόμματα ΔΝΤ και Σόιμπλε στο κλείσιμο της αξιολόγησης.

Οι δυνάμεις που θέλουν να υπερασπιστούν την προοπτική της ΕΕ, από την αριστερά μέχρι το μετριοπαθές κέντρο, παρά τις μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους συναισθάνονται την απειλή που αποτελούν ο εθνικιστικός απομονωτισμός, ο υπερσυντηρητισμός και οι πολιτικές μόνιμης λιτότητας που αποξενώνουν τους πολίτες από τις κυρίαρχες ελίτ. Γι αυτό εμφανίστηκαν ξαφνικά στον γερμανικό Τύπο οι αναφορές σε πιθανή ήττα Σόιμπλε, γι αυτό κορυφαίοι θεσμικοί παράγοντες στην ΕΕ σπεύδουν να στηρίξουν το γρήγορο κλείσιμο της αξιολόγησης. Αντιλαμβάνονται, με μεγάλη καθυστέρηση είναι αλήθεια, ότι η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα δρα υπονομευτικά στη συνοχή της ΕΕ και ότι ειδικά μετά την εκλογή Τραμπ η Ευρώπη πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να λύνει μόνη τα προβλήματα της.

Η ελληνική κυβέρνηση υλοποιώντας το μερίδιο δεσμεύσεων που της αναλογεί από τη συμφωνία του 2015 πέτυχε να «ξεμπλοκάρει» τη στάση των περισσότερων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στη διαπραγμάτευση. Ο συνδυασμός της επιστροφής στην ανάπτυξη (την οποία το ίδιο το ΔΝΤ προβλέπει 2,7% για φέτος) με την επίτευξη μεγάλου δημοσιονομικού πλεονάσματος ήδη από το 2016 σημαίνει ότι το ελληνικό πρόγραμμα “βγαίνει”, τόσο περισσότερο όσο ταχύτερα η χώρα ενταχθεί στο QE και προσδιοριστούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος.

Η επιμονή της κυβέρνησης ότι η συμφωνία με την οποία θα ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση πρέπει να είναι πολιτικά και κοινωνικά ανεκτή από τον ελληνικό λαό, αποσκοπεί και στην προστασία αυτής ακριβώς της επιτυχούς πορείας του ελληνικού προγράμματος. Κάτι που επίσης αντιλαμβάνονται σχεδόν όλοι πια στην ΕΕ.

Όταν η ελληνική κυβέρνηση λέει ότι η αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί χωρίς νέα υφεσιακά μέτρα υπερασπίζεται και τις θυσίες του ελληνικού λαού και την ανάγκη συνοχής της Ευρώπης. Αυτή είναι η πραγματικά φιλο-ευρωπαϊκή πολιτική.

Αντίθετα, όταν ο κ. Μητσοτάκης συναντιέται με τη γερμανική κυβέρνηση και δεν  στηρίζει τις ελληνικές θέσεις, προσφέρει αρνητικές υπηρεσίες και στα ελληνικά δίκαια και στην προοπτική μιας ΕΕ κοντά στους λαούς της.  Συγκλίνει σ' αυτό με τον απομονωμένο  πια κ. Σόιμπλε και τα υπονομευτικά για την Ευρώπη σχέδια του, τα οποία όλο και περισσότερο απορρίπτουν οι ίδιοι οι Γερμανοί πολίτες.

Μετά τις αρνητικές εκπλήξεις του 2016, το Brexit, την εκλογή Τραμπ, την άνοδο του ακροδεξιού εθνικισμού στην Ευρώπη, η υπευθυνότητα και η αλληλεγγύη απέναντι στα κράτη και στους λαούς είναι μονόδρομος για την ευοίωνη προοπτική του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η Ευρώπη δεν πρέπει τον Μάρτιο να γιορτάσει τα 60 χρόνια από την ίδρυση της και να ξεκινήσει τη νέα συζήτηση για την πορεία της ενώ βρίσκεται σε κατάσταση ομηρίας από τους εκβιασμούς του ΔΝΤ. Αυτό είναι βασικό στοιχείο της ενότητας και της δημοκρατικής νομιμοποίησης της και είναι  κατανοητό σε κάθε πρωτεύουσα της ΕΕ.

* O κ. Σκούτας Παναγιώτης είναι διευθυντής Υπουργού ψηφιακής πολιτικής και μέλος ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ