Η «ανάδειξη» της εργατικής τάξης και η Νέα-Νέα Δεξιά

Η «ανάδειξη» της εργατικής τάξης και η Νέα-Νέα Δεξιά

Μέσα στον αλαλαγμό των ημερών και των ενδεχόμενων σαρωτικών αλλαγών σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχουν γεγονότα που μπορεί να διαφύγουν της προσοχής μας ή που να μη τους δοθεί η σημασία που τους αρμόζει. Δηλώσεις υποψηφίων ηγετών, πρωθυπουργών ή Προέδρων που χάνονται μέσα στον ακραίο πολιτικό ανταγωνισμό και τους αφορισμούς που κατά καιρούς διατυπώνονται στον δημόσιο λόγο. 

Μια νέα διαιρετική τομή σε πολιτικό επίπεδο- έστω και επίπλαστη- φαίνεται να διαμορφώνεται μεταξύ των κατεστημένων (υπό την έννοια των παραδοσιακών) δυνάμεων και εκείνων που φιλοδοξούν να εκφράσουν έναν- ίσως- ατσούμπαλο ριζοσπαστισμό με έντονα αντικομφορμιστικά στοιχεία. Το ελληνικό παράδειγμα του δημοψηφίσματος, το Brexit και τελικά η εκλογή του Trump είναι ορισμένα μόνο από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής ακριβώς της τάσης στο Δυτικό κόσμο. 

Την ίδια στιγμή όμως υπάρχει ένα εντυπωσιακό στοιχείο αντιστροφής των εννοιών που μετέρχονται τα κόμματα στη πολιτική καθημερινότητα με την ανάδειξη της εργατικής τάξης στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης. 

Αυτό από μόνο του αποτελεί ένα εντυπωσιακό στοιχείο ειδικότερα όταν εκφράζεται από εκπροσώπους συντηρητικών τάσεων στις μητροπόλεις του δυτικού καπιταλισμού: Ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, ο ιδιόρρυθμος (κατά πολλούς γραφικός) αυτός δισεκατομμυριούχος, κλείνοντας την προεκλογική του καμπάνια τόνισε ότι ήρθε η ώρα η εργατική αυτή τάξη ν’ αντεπιτεθεί. «The working class strikes buck!», είπε ο κ. Trump απευθυνόμενος σε ένα ακροατήριο που στη συντριπτική του πλειοψηφία πριν από λίγα μόλις χρόνια δεν θα μπορούσε καν ν’ αντέξει στο ήχο αυτών των λέξεων.

Δεν είναι όμως μόνο ο μεγιστάνας που «έσπασε» το ιδεολογικό μονοπώλιο του σύγχρονου φιλελευθερισμού στη Δύση. Η νέα πρωθυπουργός της Βρετανίας, Τερέζα Μέι πριν από κάμποσο καιρό δήλωσε στο συνέδριο των Συντηρητικών πως επιθυμεί το κόμμα της να μετεξελιχθεί σε «κόμμα υπερασπιστών των καθημερινών ανθρώπων της εργατικής τάξης». Πρόκειται για μια δήλωση ιδιαίτερης σημειολογικής αξίας, καθώς έρχεται σε σύγκρουση με τις παραδοσιακές αρχές των Tories, οι οποίοι μέσω της Μάργκαρετ Θάτσερ, ανέδειξαν το πολιτικό κύμα της «Νέας Δεξιάς» της δεκαετίας του 80’.  Ένα ιδεολογικό ρεύμα που δεν αναγνώριζε καν την έννοια της Κοινωνίας παρά μόνο εκείνη των ατόμων ως αυτόνομοι ορθολογικοί δρώντες.   

Τι είναι όμως αυτό που οδήγησε συντηρητικούς υποψηφίους που κατά τ’ άλλα υπερασπίζονται με σθένος την έννοια του κράτους- έθνους να επικαλεστούν την αξία ή και τη χρησιμότητα της εργατικής τάξης; 

Αφήνοντας κατά μέρους τα προβλήματα της σύγχρονης Αριστεράς, το νέο αυτό πολιτικό ρεύμα φαίνεται να καλύπτει το τεράστιο κενό που αφήνει η συμμαχία του σύγχρονου φιλελευθερισμού με ένα τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας του «τρίτου δρόμου»: Εκεί που οι μεν μιλούν για την «απειλή του λαϊκισμού» και την ανάγκη «περεταίρω δομικών μεταρρυθμίσεων», οι δε αναγνωρίζουν την ύπαρξη μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας, νεόπτωχων και κοινωνικά αποκλεισμένων που αδυνατώντας να γευτούν τους καρπούς της παγκοσμιοποίησης, αμφισβητούν την ύπαρξη της έννοιας της κοινωνικής κινητικότητας. Αμφισβητούν δηλαδή τη  δυνατότητα του ατόμου που ανήκει σε φτωχά στρώματα να αναδειχθεί οικονομικά και κοινωνικά μέσω της προσωπικής του εργασίας.

Σε κάθε περίπτωση γίνεται σαφές πως διαμορφώνεται διεθνώς μια νέα, αντικομφορμιστική τάση που επιδιώκει να εκφραστεί σε όλο το φάσμα του πολιτικού χάρτη έχοντας στο επίκεντρο την ίδια την εργατική τάξη. Και όσο ο σύγχρονος φιλελευθερισμός συνεχίζει να την αντιλαμβάνεται ως μια απλή έκφανση του λαϊκισμού, τόσο θα συνεχίζει να δέχεται απανωτά  χτυπήματα. 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο