«Μα γιατί θέλεις  να μας ρίξεις πάση θυσία;» λέγεται, απ’ όσους γνωρίζουν, ότι  ρώτησε ο αντιπρόεδρος της τότε  κυβέρνησης  Ν.Δ-ΠΑΣΟΚ Βαγγέλης Βενιζέλος τον Αλέξη Τσίπρα, που τον είχε επισκεφθεί στο Υπουργείο Εξωτερικών, περί το τέλος του 2014. «’Ελα να συμφωνήσουμε στον Πρόεδρο, να έχει το χρόνο η κυβέρνηση να ολοκληρώσει την αξιολόγηση με τους εταίρους, να μπει η χώρα σε μια κανονικότητα και μετά πάμε σε εκλογές. Μπορούμε μάλιστα να ορίσουμε από τώρα την ημερομηνία. Προσωπικά εκτιμώ ότι θα τις κερδίσεις. Γιατί βιάζεσαι ; Δεν έχεις ιδέα που πας να μπλεχτείς. Περίμενε… Έχεις το χρόνο με το μέρος σου»

«Δεν μπορώ Βαγγέλη… Θα χάσω το μομέντουμ» απάντησε, χωρίς να το πολυσκεφθεί,  ο Αλέξης Τσίπρας. Και πήγαμε σε εκλογές.
Ο κ. Τσίπρας πέτυχε το «μομέντουμ», κατέκτησε την εξουσία αλλά έχασε την μπάλα... Δεν ξέρω αν θυμάται πια ο πρωθυπουργός εκείνη τη συζήτηση. Σίγουρα όμως θα θυμάται κάθε στιγμή της διακυβέρνησής του, που όπου να ‘ναι κλείνει δυο χρόνια. Ήταν μια αλλοπρόσαλλη διετία, κατά τη διάρκεια της οποίας  οι εκλογικοί του «θρίαμβοι» συνοδεύονταν από οδυνηρές ήττες και ακραίους ιδεολογικούς και πολιτικούς συμβιβασμούς,  ανέδειξαν δραματικές αυταπάτες  και μια ανερμάτιστη διαχείριση της εξουσίας. Μια διετία που ο «πρωθυπουργός των φτωχών» τους έκανε φτωχότερους. Και μαζί όλη τη χώρα…  

Και βέβαια ήταν μια διετία που ο Αλέξης Τσίπρας βίωσε (και βιώνει) ένα προσωπικό δράμα: Οι ιδεολογικές, πολιτικές και υπαρξιακές του αναζητήσεις συγκρούονται καθημερινά με τον πραγματικό κόσμο και αντιπαλεύουν  τις καυτές ανάγκες της κοινωνίας που τον ανέδειξε κυβερνήτη της.  Αυτό τον οδηγεί σε αντιφατικές ενέργειες – αποτέλεσμα ενός ατέρμονος διχασμού μεταξύ του «θέλω» και του «μπορώ»,  μεταξύ νεανικών  φαντασιώσεων  και ανάγκης να κυβερνηθεί ο τόπος.  Τα αποτέλεσμα της διπολικής αυτής συμπεριφοράς έχει τεράστιο κόστος για τη χώρα και την κοινωνία. Και μοιραία, για τον ίδιο.  Στη θέση του, οποιοσδήποτε που θα είχε επίγνωση της πραγματικότητας θα  υπέφερε από έντονες ψυχολογικές μεταπτώσεις. Αλλά ο πρωθυπουργός το παλεύει. Ελπίζοντας σε τι;

Από την Ευρώπη (που δεν πρόκανε, φευ, να αλλάξει…) δεν μπορεί να περιμένει την παραμικρή συμπάθεια. Όλα θα γίνουν σύμφωνα με το μνημόνιο ( το δηλώνει άλλωστε φαρδιά- πλατειά  στην υπερήφανη επιστολή του και ο υπουργός Οικονομίας). Μια «στραβοτιμονιά» έκανε ο πρωθυπουργός, με το φιλοδώρημα στους αδύνατους, και αναγκάστηκε να ζητήσει ταπεινά συγνώμη. Δια του κ. Τσακαλώτου βέβαια που κάνει όλη την κουζίνα της διαπραγμάτευσης και επίσης τρώει αντ’ αυτού και τις σχετικές «πατσαβούρες» στο Eurogroup… («όπου φτωχός και η μοίρα του» έλεγε η γιαγιά Παναγιώτα)
Στην Ελλάδα τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο. Το 2017 πολλά  νοικοκυριά, με τους νέους φόρους , την ανεργία ή τη μισή δουλειά και τις υποχρεώσεις να «τρέχουν», θα διαλυθούν οικονομικά. Οι επαγγελματίες, με κρατήσεις που θα ξεπερνούν το 50% των εσόδων τους, θα καταρρεύσουν και πολλοί μικρομεσαίοι θα βάλουν λουκέτο. Περισσότεροι συνταξιούχοι θα γνωρίσουν την εξαθλίωση. (Και όχι μόνο θα μας λείπει ο «άρτος» αλλά δεν θα έχουμε και το θέαμα, αφού ο πρωθυπουργός μάλλον ξέχασε την υπόσχεση που μας έδωσε να παίζει το ζουρνά και να χορεύουν οι αγορές…)

Δεν φταίει βέβαια μόνο ο κ. Τσίπρας που φτάσαμε έως εδώ. Το γνωρίζουμε όλοι. Είναι όμως αυτός, «το παιδί του λαού», που διέψευσε όσες προσδοκίες είχαν απομείνει. Και πέραν του προφανούς ερασιτεχνισμού στη διαχείριση της εξουσίας, μας είπε πολλά, πάρα πολλά. Και μας υποσχέθηκε ακόμα περισσότερα.  Οι περισσότεροι έχουν πάρει πια χαμπάρι το «παραμύθι» να «αντιστέκεσαι» μέσα και τα δίνεις όλα έξω. Να είσαι αριστερός στα λόγια και συμβιβασμένος στην πράξη. «Νικητής» στα μπαλκόνια και ηττημένος στου Μαξίμου και την Ευρώπη.  ( Και πέραν των άλλων, να περιφέρεις την ιδεολογία της ήττας ως εργαλείο εξουσίας και … προοπτικής).

Οι περισσότεροι  γνωρίζουν πως αυτή η κυβέρνηση «δεν μπορεί» και αρνούνται να εξετάσουν πλέον αν το «θέλει». Και πολλοί αισθάνονται και θυμωμένοι επιπλέον, γιατί  ενώ ζητάνε από την ομάδα τους να «παίξει μπάλα», να βάλει τουλάχιστον «το γκολ της τιμής», αυτή πετάει το τόπι στην εξέδρα, αρκούμενη στην ήσσονα προσπάθεια. (Στο γήπεδο, αυτή είναι η στιγμή που ξεσηκώνεται η «θύρα» και τα βάζει με τον πρόεδρο.)

Έτσι, δύο χρόνια μετά το «μομέντουμ» της εξουσίας, ο Αλέξης Τσίπρας αντιμετωπίζει το «μομέντουμ» της αποχώρησης. Τώρα έχει να διαλέξει , πολύ απλά, αν θα μείνει ή αν θα φύγει…  Όσο μένει θα έχει μεν την εξουσία, το σύνδρομο της οποίας είναι πολύ ισχυρό,  αλλά θα φθείρεται  ραγδαία  (ίσως ανεπανόρθωτα) και ο ίδιος και το κόμμα του. Αν φύγει, με προκήρυξη πρόωρων εκλογών, θα χάσει άδοξα την εξουσία. Ίσως όμως διατηρήσει κάποιες αξιόλογες  κοινοβουλευτικές δυνάμεις.  Και πιθανότατα την ψυχική του ηρεμία.
Αυτό είναι το δίλημμα του πρωθυπουργού, όσο και αν φαίνεται ταπεινωτικό για όλους εμάς που, στο έργο, παίζουμε το ρόλο του πολίτη…