Δουλεμπορικά «ξενοδοχεία»

Δουλεμπορικά «ξενοδοχεία»

Κατά δεκάδες στοιβάζονται σε διαμερίσματα του κέντρου οι μετανάστες, για ύπνο με βάρδιες.

Διάβασα ρεπορτάζ της παλαιάς συναδέλφου από την «Ελευθεροτυπία» Αλεξάνδρας Τζαβέλα, για τα δουλεμπορικά «ξενοδοχεία». Για ένα δυαράκι στη Σόλωνος που το νοικιάζει ο ιδιοκτήτης 1.200 ευρώπουλα και προορίζεται να στεγάσει 20 ψυχές. Ο ένας επάνω στον άλλον δηλαδή ή μάλλον ύπνος με βάρδιες. Δώδεκα το βράδυ με οκτώ το πρωί μια επτάδα, οκτώ το πρωί με 4 το μεσημέρι άλλη μία και 4 το μεσημέρι με δώδεκα το βράδυ οι υπόλοιποι έξη –εκτός κι αν προστεθεί ακόμη ένας για μην αισθάνονται αδικημένοι οι προηγούμενοι. Εκτός κι αν μοιράζεται σε εξάωρα ο ύπνος ή και σε πεντάωρα, για να μπορεί ο δουλέμπορος να εκμεταλλεύεται πιο αποτελεσματικά τις ψυχές κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην Ελλάδα.

Το ξέρω το φαινόμενο, το έχω ζήσει από κοντά. Κληρονόμησε η κουμπάρα μου η Tζένυ ένα δυαράκι στα Εξάρχεια και είχε αφήσει έναν ξάδερφό της να το διαχειρίζεται γιατί η ίδια έμενε επί χρόνια Βερολίνο. Ώσπου αποδήμησε εις Κύριον ο ξάδερφος από καρδιακή προσβολή κι άρχισε να ανησυχεί η κουμπάρα για την τύχη του διαμερίσματός της. Αλλά πέφτανε κανονικά τα λεφτά στον τραπεζικό λογαριασμό, οπότε δεν είχε λόγο να άγχεται. Πέρασε έτσι ένα εξάμηνο, πέρασε ένας χρόνος, είπε η Τζενυ να έρθει για διακοπές στην πατρίδα, να ρίξει και μια ματιά στο σπίτι, να δει τι παίζεται.

Τηλέφωνο ενοικιαστή δεν είχε, όνομα δεν είχε, πήρε τα ποδαράκιά της και πήγε ως τα Εξάρχεια. Ντριν ντριν την πόρτα, ντάπα ντούπα την πόρτα, καμία απάντηση. «Δεν θα είναι εδώ ο άνθρωπος, θα δουλεύει», σκέφτηκε η κουμπάρα και ξαναπήγε το απόγευμα. Δώσε από την αρχή, πάλι μούγκα. Άρχισε να αγχώνεται ελαφρώς η γυναίκα. Έψαξε τον πίνακα ανακοινώσεων, βρήκε τον διαχειριστή, του χτύπησε, άνοιξε αυτός, καλησπέρα σας. «Ξέρετε που είναι ο ενοικιαστής;», τον ρώτησε. Την κοίταξε εκείνος, το σκέφτηκε, την ξανακοίταξε, αποφάσισε να της μιλήσει:  «Ξέρετε, δεν είναι ένας ο ενοικιαστής…»

Και της είπε το παραμύθι ότι το διαμέρισμά της είχε γίνει «ξενοδοχείο» τα τελευταία χρόνια και πέρναγε από εκεί κόσμος και ντουνιάς. Και ότι είχε αλλάξει δυο φορές «ιδιοκτήτη» και ότι τώρα τις τελευταίες μέρες είχε έρθει ένας καινούριος τύπος και ψαχνότανε για ενοικιαστές γιατί έχασε το πελατολόγιο. Τα άκουσε η Τζένυ, της ήρθε ταμπλάς. «Και τώρα τι κάνουμε;», αναρωτήθηκε. «Ξαναχτυπήστε», της είπε ο διαχειριστής, «κάποια στιγμή θα ανοίξει».

Όντως άνοιξε κάποια στιγμή. Αλλά δεν είχε πάει μόνη της η κουμπάρα, είχε πάρει μαζί της έναν άλλο ξάδερφο, δίφυλλη ντουλάπα, γιατί έτρεμε το φυλλοκάρδι της. Άνοιξε ένας Αφγανός κάπως ζόρικος, τη ρώτησε τι ζήταγε με σπαστά αγγλικά, του εξήγησε, άρχισε ο τύπος να ζητάει «paper». Κατάλαβε η Τζένυ ότι ζήταγε καινούριο συμβόλαιο ο ξενοδόχος για να εξασφαλίσει την επένδυσή του, πήρε στροφές το μυαλό της, του είπε: «Βεβαίως, δεν έχω πρόβλημα, αλλά πρέπει να το πω στον άντρα μου, γιατί εδώ στην Ελλάδα, όπως και στο Αφγανιστάν, εμείς οι γυναίκες είμαστε αντικείμενα, δεν έχουμε δική μας άποψη!» Και κάπως έτσι τα μάζεψε κι έφυγε και την άλλη μέρα πήγε με αστυνομικό και άλλαξε την κλειδαριά και τέρμα οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Όταν τη ρώτησα αν βρήκε τίποτα μέσα στο σπίτι, μού απάντησε χαρακτηριστικά: «Κάτι κιλίμια μόνο, τίποτε άλλο…»

 

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο