Το μπλουζ του Έλληνα

Το μπλουζ του Έλληνα

Mια μικρή (και σχετικώς πικρή) ιστοριούλα για όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Είναι σαν να είσαι πλουσιόπαιδο μοναχοπαίδι. Και εκεί που παίρνεις το πτυχίο σου από το πανεπιστήμιο, γίνεται ένα αυτοκινητιστικό και τους χάνεις τους γονείς σου στο τσακ μπαμ. Και μένεις με ένα κάρο λεφτά στα χέρια και χωρίς κανέναν έλεγχο. Και χάνεις τη μπάλα. Και αρχίζεις να μασουλάς με μανία την οικογενειακή περιουσία. Σε γκομενάκια, σε ξύδια, σε ξενύχτια, σε ακολασίες διάφορες. Και φτάνεις καμιά τριανταριά χρόνια αργότερα, να χρωστάς παντού. Να χρωστάς σε όποιον μιλάει ελληνικά.

Δεν θα στα ζητήσουν; Θα στα ζητήσουν! Οπότε δεν σου μένει τίποτα άλλο από το να ξεπουλήσεις ό,τι έχεις και δεν έχεις. Να τα βγάλεις όλα στο σφυρί, μπας και ξεφύγεις από τις δαγκάνες των δανειστών. Δίνεις ένα ακίνητο, δίνεις δύο, δίνεις τρία, δεν έχει τελειωμό ο πλειστηριασμός. Αλλά κάπως τα κουτσοκαταφέρνεις και στο τέλος τα πολλά, τα «χοντρά» που λένε στην πιάτσα, κάπως τα ξεφορτώνεις. Και σου έχει μείνει μόνο ένα μεγάλο χρέος, σε έναν τύπο. Αλλά γλύτωσες και το πατρικό σου, μια μονοκατοικία στη Φιλοθέη που δεν έχει άλλη σαν κι αυτήν.

Έρχεται λοιπόν ο τύπος και σου λέει: «Θα φύγεις εσύ απ’ το σπίτι και θα μείνω εγώ. Θα σου δίνω ενοίκιο ένα χιλιαρικάκι το μήνα, τόσα θα πάρεις. Αλλά το χρέος δεν θα στο ζητάω, θα κάθεται. Και θα είμαστε φίλοι και αγαπημένοι και δεν θα σε πειράξει κανένας. Έγινε;» Τι να κάνεις κι εσύ, δέχεσαι. Τα μαζεύεις, νοικιάζεις ένα υπόγειο στην Κυψέλη, προσπαθείς να μαζέψεις τα κομμάτια σου, να βρεις καμιά δουλίτσα και να γίνεις κανονικός άνθρωπος.
Περνάει ένας χρόνος, περνάνε δύο, περνάνε τρεις, έχεις επιζήσει, έχεις ξεπεράσει τα πάθη σου, έχεις ξεχάσει την παλιά σου τη ζωή. Κουτσά στραβά μπήκες σε δρόμο, μπήκες σε μια σειρά. Και έχεις αρχίσει να σκέφτεσαι ότι πρέπει να κανονίσεις κάτι λογαριασμούς που σε βαραίνουν. Παίρνεις λοιπόν τηλέφωνο τον τύπο στη Φιλοθέη και του λες να πάει το ενοίκιο στα χίλια τρακόσια ευρώπουλα για να τη βγάλεις κι εσύ κάπως καλύτερα, να πας σε δυάρι στα Πατήσια, να βγεις και κανά βράδυ σινεμά.

Και βάζεις αυτός τις φωνές! Και σου λέει: «ενιακόσια θα πάει το ενοίκιο, παλιοβλαμμένο, που σου έσωσα τη ζωή και τώρα μου θες και αύξηση». Κι απαντά εσύ: «εντάξει, τότε να φύγεις, έχω το νόμο με το μέρος μου». Τα παίρνει αυτός: «άμα με διώξεις, ξεκίνα να πληρώνεις και το χρέος». Φωνές, κακό, νταϊλίκι, φουλ καυγάς, πάει σύννεφο. Κλείνουν τα τηλέφωνα, βράζουν φασόλια αμφότερες οι πλευρές.

Εσύ μπορείς να βρεις άλλον ενοικιαστή, αλλά άμα αρχίσεις να πληρώνεις το χρέος πάλι τα ίδια θα σου μένουν. Ο τύπος μπορεί να βρει άλλο σπίτι, δεν θέλει όμως να φύγει γιατί την καταβρήκε εκεί που είναι. Οπότε αδιέξοδο, οπότε αρχίζουν κάποιες επαφές μέσω τρίτων, οπότε πάμε στα «είναι καλό το παιδί, μην τσακώνεστε», «βάλε λίγο νερό στο κρασί σου», «δεν είναι ώρα για μανούρες τέτοια εποχή», στο τέλος πάτε μέχρι και για καφέ εσύ με τον τύπο. Και αντί να πλακωθείτε στα σφαλιαρίδια, λέτε «καλησπέρα», «πώς είναι η οικογένεια», «ωραίος καιρός», τέτοια. Τα ίδια στον πρώτο καφέ, τα ίδια στον δεύτερο, τα ίδια στον τρίτο. Ως την ώρα που ο ένας απ’ τους δυο θα κόψει τη μπούρδα και θα μιλήσει για το επίμαχο ζήτημα

Υ.Γ.: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις της επικαιρότητα, δεν είναι διόλου συμπτωματική.
  
 

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο