Το τζιχάντ των συντάξεων

Το τζιχάντ των συντάξεων

Μία και μοναδική είναι η κόκκινη γραμμή της χειμαζόμενης ελληνικής οικογένειας

Ο φίλος μου ο Βαγγέλης δεν είναι αριστερός. Διατηρεί μια συγγένεια ιδεολογική και μια συμπάθεια με το χώρο, αλλά έχει τόσο κουραστεί από τη ρητορική και τα πρόσωπά του, που ακούει για αριστεριλίκι και κόβει λάσπη. Εξ ου και η ψήφος του εδώ και χρόνια κυμαινόταν ανάμεσα στο λευκό και στο οικολογικό, καμιά φορά ζωγράφιζε κιόλας στο ψηφοδέλτιο επάνω. Στις τελευταίες εκλογές ωστόσο, το ‘ριξε με χέρια και με πόδια ΣΥΡΙΖΑ. Διότι είδε το mail του Χαρδούβελη, το διάβασε, το ξαναδιάβασε, τα ‘βαλε κάτω, τα μέτρησε, τα υπολόγισε και αποφάσισε ότι αν αυτό το πράγμα εφαρμοζόταν η οικογένειά του θα πήγαινε μια βόλτα ως την Κόλαση. Και δεν θα ξαναγυρνούσε.

Οι γονείς του Βαγγέλη, βλέπετε, είναι σχεδόν κατάκοιτοι. Σχεδόν ανίκανοι να αυτοεξυπηρετηθούν, δίχως την καθημερινή παρουσία «γυναίκας» στο σπίτι, θα τους πάρει και θα τους σηκώσει. Σύνταξη η μάνα δεν παίρνει, σύνταξη ο πατέρας παίρνει 800 ευρώ. Τσοντάρουν και τα παιδιά από ένα κατοστάρικο το μήνα (τα παιδιά με δουλειές του εξακοσάρικου και ιδιαιτέρως επισφαλείς), έρχεται το πράγμα στα ίσα του. Ή μάλλον στο τσακ. Εκατό ευρώ πιο κάτω, ανά μήνα η σύνταξη και παρ’ τους κάτω. Δεν θα βγαίνουν ούτε τσίμα τσίμα. Διότι στην τράπεζα δεν υπάρχει ούτε ένα ευρώπουλο για υποστήριξη, διότι τρέχουν τα νοίκια και τα κοινόχρηστα.

«Οπότε, δεν είχα άλλη επιλογή», μου είπε ο Βαγγέλης. «Έπρεπε με κάποιο τρόπο να ακυρώσω τις μειώσεις των συντάξεων. Έστω να τις καθυστερήσω, μπας και βρω στο μεταξύ μια καλύτερη δουλειά, μπας και βρει ο αδερφός μου μια καλύτερη δουλειά, μπας και μου μειώσει ο ιδιοκτήτης το ενοίκιο, μπας και πουλήσω τη μηχανή, μπας και γίνει κάτι, κάτι τέλος πάντων. Ούτε αγαπούσα, ούτε αγαπάω τον ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν νομίζω ότι ένα κόμμα του 4 % μέχρι πρόπερσι, έχει τους ανθρώπους για να τα βγάλει πέρα με το ελληνικό θηρίο. Αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Αλλιώς θα βρίσκονταν οι γονείς μου στο δρόμο…»

Περισσότερες λεπτομέρειες δεν θέλω να δώσω, δεν έχει νόημα να φωτογραφίζουμε πρόσωπα και καταστάσεις. Εκείνο ωστόσο που έχει σημασία είναι να επισημάνω για μία ακόμη φορά τον κολοσσιαίο αριθμό ανθρώπων και οικογενειών, που τα βγάζουν πέρα από τις συντάξεις των γονέων. Ψευτοζούν που λέμε και στο χωριό μου, φυτοζωούν αν προτιμάτε, ταλαιπωρούνται σφόδρα, αλλά ελπίζουν. Ότι κάτι θα γίνει, ότι θα βρεθεί μια δουλειά, ότι θα τους δοθεί μια ευκαιρία, ότι θα τους φωτίσει ο ήλιος ένα πρωί. Αυτοί οι άνθρωποι κρέμονται από το πενηνταρικάκι, το ογδονταράκι, το κατοσταρικάκι, που θα βγει από την τσέπη του πατέρα ή της μάνας. Από το ισχνό περίσσευμα της σύνταξης της απλής ή της επικουρικής. Αν τους το πάρεις δεν τους κόβεις τα λούσα, τους κόβεις την ανάσα. Γιατί, εκεί που έχουμε φτάσει, το πενηντάρικο, το ογδοντάρι, το κατοστάρικο μπορεί να κάνει τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αξιοπρέπεια και στην ξεφτίλα. Κι αν είναι να ξεφτιλιστεί κανείς, δεν θα το σκεφτεί πολύ να ακολουθήσει το παράδειγμα του Βαγγέλη…

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο