Το μπλουζ της συμφοράς

Το μπλουζ της συμφοράς

Πώς οι ξένοι δημοσιογράφοι απελπίστηκαν αναζητώντας σκηνές φρίκης και τρόμου

Γκρινιάζουν πολλοί και διάφοροι για τον Τσίπρα, αλλά υπάρχει κι ένας κλάδος που τον ευγνωμονεί. Ο κλάδος των fixers! Των δημοσιογράφων δηλαδή που συνεργάζονται με αλλοδαπούς συναδέλφους τους, αυτές τις μέρες τις πολιτικώς ταραγμένες. Κι επειδή τους τελευταίους έξη μήνες βράζει ο τόπος στην Ελλάδα κι έρχονται καραβιές οι ξένοι λειτουργοί του Τύπου, υπάρχει ψωμάκι για όλους. Αρκεί να έχεις όρεξη για δουλειά, μιας και το δωδεκάωρο και το δεκατετράωρο πάνε σύννεφο. Άμα δεν έχεις, σε παίρνουν χαμπάρι γρήγορα και σε στέλνουνε. Είτε με τρόπο ευγενικό, είτε με συνοπτικές διαδικασίες…

Το έχω δοκιμάσει το γλυκό και μπορώ να σας πω ότι οι καλύτεροι επαγγελματίες και οι πιο κύριοι είναι οι ξένοι δημοσιογράφοι των εφημερίδων και των ιστοσελίδων. Αφενός διότι έχουν τον χρόνο να κάνουν κανονική εργασία χωρίς να βασανίζονται από τα διαρκή lives των τηλεοπτικών και αφετέρου γιατί δεν αισθάνονται την ανάγκη τα ρεπορτάζ τους να τα διανθίζουν με σπέρμα, αίμα και στέμμα. Δεν έχουν και τέτοιες εντολές, είναι η αλήθεια, ενώ οι άλλοι των καναλιών κυκλοφορούν οι κακόμοιροι με την δαμόκλεια σπάθη της θεαματικότητας όλη την ώρα πάνω απ’ τις κεφάλες τους. Και ενίοτε τους πετσοκόβει κιόλας.

Ένας απ’ αυτούς, γνωστός μου από το παρελθόν, μου διηγείτο τον πόνο του εκείνες τις πρώτες μέρες του capital control. Τον είχαν πάρει από το κανάλι και τον είχαν διατάξει να καταγράψει σκηνές τρόμου. Κόσμο να πολιορκεί τα σούπερ μάρκετ, μαλλιοτράβηγμα νοικοκυρών, άδεια κι έρημα ράφια, συμμορίες να ληστεύουν παππούδες στο δρόμο, σκελετωμένα σκυλιά να ψοφάνε στα πεζοδρόμια, ζητιάνους και πρεζόνια να κουτουλάνε τους τοίχους, γραφεία κηδειών να μην προλαβαίνουν τις μπίζνες, καταλαβαινόμαστε υποθέτω.

Και γύρισε ο δόλιος και τους είπε: «Ρε παιδιά, μέχρι καμιά ουρά σε τράπεζα έχω, άντε και κανέναν ηλικιωμένο να κουράζεται απ’ την ορθοστασία. Και γκρίνια τέλος πάντων, επειδή περιμένουνε ώρα μπόλικη και επειδή τους δίνουνε μόνο 120 ευρώ από τις συντάξεις. Αλλά ως εκεί. Γεμάτα είναι τα ρεστοράν, τα καφέ και τα μπαρ, πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Στα σούπερ μάρκετ όλο ψωνίζουνε και όλο ξέχειλα είναι τα ράφια. Και η δημόσια τάξη διόλου δεν διασαλεύθηκε. Όπως ήτανε πριν, έτσι είναι και τώρα. Μην περιμένετε να φισκάρει το αστυνομικό δελτίο, θα σας πάρει χρόνια…»

Δεν τον πιστέψανε. Τον γυρίσανε πίσω στην πατρίδα του και στείλανε άλλον. Πιο φιλόδοξο, πιο τσάκαλο, πιο ανάλγητο αν προτιμάτε. Και πάθανε τα ίδια. Ούτε ο φιλόδοξος, ο τσάκαλος, ο ανάλγητος κατάφερε να ανακαλύψει σκηνές φρίκης. Απογοητευμένος παραδέχθηκε την ήττα του, πήρε τηλέφωνο, είπε «γιοκ» και τα μάζεψε τα πράγματα να επιστρέψει στο σπίτι. Αναρωτώμενος τι συμβαίνει ρε γαμώτι με αυτούς τους ανθρώπους και τι στο διάολο κρύβεται στις συνειδήσεις και στα σεντούκια τους. Σαν τον Σόιμπλε ένα πράγμα, αλλά με λιγότερη μοχθηρία και κακές προθέσεις…

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο