Το τείχος της Ευρώπης

Το τείχος της Ευρώπης

Όπου η γηραιά ήπειρος αποφασίζει να νίψει τα χέρια της μπροστά στο μεταναστευτικό κύμα

Μια είδηση που διάβασα χύμα χθες βράδυ τα μεσάνυχτα, καθώς βολόδερνα στο δίκτυο. Ότι η Ουγγαρία σκοπεύει να τον τελειώσει εντός του Αυγούστου τον τοίχο που θα εκτείνεται κατά μήκος των συνόρων της με την Σερβία. Κανονικά ήταν να ολοκληρωθεί μέσα στον Νοέμβριο το πρότζεκτ, αλλά πήρανε φωτιά τα μπατζάκια των Ούγγρων και επιστράτευσαν φυλακισμένους και ανέργους (οι τελευταίοι έλαβαν ενημερωτικά σημειώματα να πάνε ράϊτ θρου στα εργοτάξια) για να κόψουν τις κορδέλες εντός των προσεχών ημερών. Ο λόγος; Δεν έχουν καμία όρεξη να υποδεχθούν στη χώρα τους τα καραβάνια των μεταναστών που ανεβαίνουν την Βαλκανική χερσόνησο. Και σηκώνουν ένα τείχος ζόρικο, ύψους τεσσάρων μέτρων, για να τους κρατήσουν απέξω. Κάτι σαν εκείνο του Βερολίνου δηλαδή, αλλά δίχως την ιδεολογική φόρτιση…

Αυτή είναι η Ευρώπη των λαών. Η Ευρώπη των 500 εκατομμυρίων πολιτών, που βλέπει κάτι χιλιάδες πρόσφυγες και χάνει την ψυχραιμία της. Και κλαίει και οδύρεται και χτυπιέται και ανακαλύπτει έξαφνα ότι όλα τα ζώα είναι ίσα αλλά μερικά ζώα είναι παραπάνω ίσα από τα υπόλοιπα. Και αποφασίζει να εφαρμόσει τακτική εξολόθρευσης, αυτό το γαμημένο το varminting που λένε οι Αμερικάνοι και το σκέφτεται ο Ντόναλντ Τραμπ στα υγρά όνειρά του. Όχι σε όλες τις περιπτώσεις βεβαίως. Εκεί που μπαίνει στη μέση το συμφέρον, αλλάζει το κλίμα και αποφορτίζεται.

Καθίστε να σας πω μια ιστορία που μου διηγήθηκε ένας φίλος μου από τη Λέσβο. Φετινή είναι, του καλοκαιρού, αυτού του θέρους που έχει κάνει το νησί άνω κάτω καθώς φθάνουν καραβιές οι πρόσφυγες και οι μετανάστες στις παραλίες του. Μία οικογένεια εξ αυτών, από Χαλέπι της Συρίας, είχε κατασκηνώσει προσωρινά στο αλσύλιο πάνω από τη Δημοτική παραλία Τσαμάκια στην πόλη της Μυτιλήνης. Οικογένεια αξιοπρεπής, ήσυχη, που περίμενε τη σειρά της για να λάβει το μαγικό χαρτί και να ταξιδέψει στην Αθήνα.

Τους είδε τέλος πάντων ο φίλος μου κάτω απ’ τα δέντρα, τους λυπήθηκε και τους πρόσφερε να μείνουν το βράδυ σε μια διπλανή παράγκα με εργαλεία που είχε τα κλειδιά της. Τον ευχαρίστησαν χίλιες φορές, το χέρι του φίλησαν και το άλλο πρωί, όταν πήγε να τους χαιρετήσει γιατί φεύγανε επιτέλους, την είχανε κάνει λαμπίκο την παράγκα. Εις ένδειξη ευγνωμοσύνης. Είπαν αντίο, αγκαλιάστηκαν, άντε γεια σας και καλή τύχη.

Δεν τους ξανασκέφτηκε για λίγες μέρες, ώσπου έλαβε ένα μήνυμα στον υπολογιστή του. Ένα μήνυμα από μεγάλη πόλη της Γερμανίας όπου είχε φτάσει η οικογένεια και είχε βολευτεί με τη μία. Ο σύζυγος μάλιστα, προϊστάμενος κλινικής στο Χαλέπι, είχε βρει αμέσως δουλειά σε τοπικό νοσοκομείο ενώ ανέμενε την πρόσληψή της και η επίσης ιατρός γυναίκα του. «Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ», έλεγε το μήνυμα. «Το καλό που μας έκανες, δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ!»

Αυτά σκέφτομαι, βλέποντας τις εικόνες τις τηλεοπτικές. Όπου γίνονται μαλιοκούβαρα στα νησιά οι Σύροι με τους Ιρακινούς, οι Ιρακινοί με τους Αφγανούς και πάει λέγοντας. Και στη μέση δέκα ταλαίπωροι λιμενικοί να προσπαθούν να βάλουν τάξη. Όπως μπορούν, όσο μπορούν και ενίοτε όχι και τόσο πολιτισμένα. Η Ευρώπη την ίδια ώρα ακούει τον Μπαχ της και τον Μπετόβεν της (και ολίγον Σοπέν, συγγνώμη) και υψώνει ψηλά το φρύδι της απαξίωσης. Και τον φράχτη υψώνει στην Ουγγαρία, εκεί όπου τελειώνουν τα Βαλκάνια. Η παλιά, καινούρια και παντοτινή πυριτιδαποθήκη…

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο