Τα ορφανά της «Ελευθεροτυπίας»

Τα ορφανά της «Ελευθεροτυπίας»

Δεν υπάρχει πιο επίζηλη κληρονομιά στο χώρο της ενημέρωσης

Τη θυμάμαι τη σκηνή, τη θυμάμαι πολύ καλά. Προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, έτος 1988. Στο ντιμπέιτ των υποψηφίων αντιπροέδρων, από τη μεριά των Δημοκρατικών ο Λόιντ Μπέντσεν από την πλευρά των Ρεπουμπλικανών ο Νταν Κουέιλ. Γερουσιαστές αμφότεροι αλλά ο  πρώτος λίαν έμπειρος με χρόνια στην πολιτική, ενώ ο δεύτερος φρέσκο φρούτο, φουλ άπειρος. Μειονέκτημα αναμφιβόλως η απειρία και οι σύμβουλοι του (κατά τ’ άλλα βλάκα) Κουέιλ το γνώριζαν πολύ καλά. Τον δασκάλεψαν σωστά λοιπόν και βγήκε ο Ρεπουμπλικάνος και δήλωσε στο ντιμπέιτ ότι και ο συγχωρεμένος ο Τζακ Κένεντι δεν ήταν πια και ο νούμερο ένα έμπειρος πολιτικός όταν έθετε υποψηφιότητα για την προεδρία. Άρα και ο ίδιος κάπως του έμοιαζε.

Τι ήταν να το πει; Τον κοίταξε από πάνω ως κάτω ο Μπέντσεν, τον μέτρησε η γριά αλεπού και τον έβαλε στη θέση του. Οι φράσεις του έχουν μείνει στην ιστορία των ντιμπέιτ, ως η πιο ανατριχιαστική ισοπέδωση όλων των εποχών. Ορίστε ο μονόλογος: «Γερουσιαστά, υπηρέτησα στο πλευρό του Τζακ Κένεντι. Τον Τζακ Κένεντι τον γνώριζα, ο Τζακ Κένενεντι ήταν φίλος μου. Γερουσιαστά, δεν είστε Τζακ Κένεντι!» Αυτά και τέλος και ούτε σταγόνα αίμα δεν έσταξε. Γιατί μερικά πράγματα καλόν είναι να μην μπαίνουν στην διαδικασία της σύγκρισης.

Όπως η «Ελευθεροτυπία», ας πούμε, με πλείστα όσα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας που επιθυμούν να εκμεταλλευτούν την κληρονομιά της. Και να εμφανισθούν στο κοινό ως συνεχιστές, ως απόγονοι, ως διάδοχοι της εφημερίδας που άλλαξε το χάρτη της μεταπολιτευτικής ενημέρωσης. Ή μάλλον, να το πω καλύτερα, να κερδίσουν ολίγη αίγλη από το μύθο της, όπως εκείνος ο δόλιος ο Νταν Κουέιλ που ξερογλειφόταν πλάι στο φάντασμα του Κένεντι και ονειρευόταν δόξες και μεγαλεία…

Ομολογώ ότι είναι ο μεγάλος ο πειρασμός. Ομολογώ πως δαγκώνομαι για να μην φορέσω τον μανδύα του Μπέντσεν και να βάλω μπροστά τη μπουλντόζα. Αλλά τι σημασία θα είχε; Μπορεί να το ευχαριστιότανε μερικοί κουτσομπόληδες και άλλες τόσες κουτσομπόλες, αλλά για όλους και όλες εμάς που ζήσαμε στο τρελάδικο της Κολοκοτρώνη και της Μίνωος δεν θα ήταν τίποτε άλλο από μια τζούφια επίδειξη κακίας. Άμα έχεις δει τη θέα από το Εμπάιρ Στέητ Μπίλντιγκ, δεν σου λέει και τίποτα το πανόραμα του Κάτω Ραχούλας. Και δεν προσπαθείς να βρεις το δίκιο σου, κλωτσώντας ασχέτους και περαστικούς.

Γιατί την είδαμε τη θέα, πιστέψτε με. Ακόμη και όταν στο μαγαζί κυριαρχούσαν τα Σημιτόσκυλα, ακόμη και όταν η λωτοφαγία είχε στείλει την τρέλα σε δεύτερο πλάνο, ακόμη και όταν μας έβαζε στη θέση μας ο Μάκης Τριανταφυλλόπουλος (δεν υπάρχει Θεός…), ακόμη και τότε η «Ελευθεροτυπία» ήταν το έσχατο καταφύγιο του ελληνικού «γαμώτο». Ήταν η τελευταία ελπίδα του αναπάντεχου, του απρόσμενου, του σαρδανάπαλου αν θέλετε. Ήταν η εφημερίδα που διάβαζαν όσοι ήθελαν να κάνουν τον κόσμο μας λιγότερο ενοχλητικό, λιγότερο μαλακισμένο…

Από εκεί πέρασα κι εγώ. Υπηρέτησα στο πλευρό των καλύτερων παιδιών, ήταν φίλοι μου και δεν τους ξεχνώ. Κι αν ο κόσμος ήταν λίγο πιο δίκαιος, δεν θα μας είχε πάρει ο διάολος και δεν θα μας είχε σκορπίσει στους τέσσερεις ανέμους. Αλλά δεν είναι.

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο