Ξανά μανά Εξάρχεια

Ξανά μανά Εξάρχεια

Το άβατο, το άντρο, η ακολασία και το real estate

Κανένας δεν χαίρεται με τον ξυλοδαρμό Οικονόμου. Όπως κανένας δεν είχε χαρεί με τις ζαρντινιέρα και τον Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη ή με τον δόλιο τον Κετίκη και τα σταράκια του. Στη συμπρωτεύουσα τις έφαγε κι αυτός, αλλά δεν βγήκε κανείς να δηλώσει ότι ο Θερμαϊκός είναι άντρο ακολασίας και ανομίας και ότι όπου να ‘ναι, σιμά κοντά, αμάν παιδιά δεν προλαβαίνουμε, πρέπει να ξεκινήσει επιχείρηση αρετή. Εκτός κι αν το είπε ο Άνθιμος και μου διέφυγε…

Αλλά μιας και μιλάμε για τα Εξάρχεια, θυμήθηκα μια ιστοριούλα από τα χρυσά χρόνια του υπαρκτού Σημιτισμού. Ήμουνα ένα βράδυ με την κυρία μου και την κουμπάρα μου και τα πίναμε στην Μπενάκη, σε γνωστό κολαστήριο αλκοόλ και ύποπτων συναναστροφών. Αραχτοί και λάιτ, ωραία φάση, χαλαρά και κουλ, είχε και αεράκι ελαφρύ τύπου Βόρεια Καλιφόρνια, όλα κομπλέ. Και κόσμος μιλιούνια, Έλληνες, Ελληνίδες, ξένοι, ξένες. Ήτανε, βλέπετε, ανήμερα της τελετής έναρξης για τους Παραολυμπιακούς των Αθηνών, 17 Σεπτεμβρίου του 2004. Ένα πράγμα μόνο έλειπε. Οι γνωστοί ναρκομανείς που συνήθως αλωνίζανε το χώρο.

Περίμενα με τόσο λαό στα Εξάρχεια ότι κάθε δυο λεπτά θα παρουσιαζόταν και ένα ζουζούνι να ζητήσει «μια μικρή βοήθεια». Και δεν ερχόταν ούτε ένα. Δεν φαινόταν καν στον ορίζοντα, για δείγμα. Αναρωτήθηκα, ψάχτηκα, δεν κατέληξα πουθενά, συνέχισα να πίνω με το βασανάκι και το κουμπαράκι. Αλλά επειδή κάπως με έτρωγαν οι απορίες, έσπευσα την επομένη ημέρα να το θέσω το ζήτημα στον φίλο μου τον Κώστα. Ο οποίος Κώστας τα κατέχει όλα τα πονηρά, τα μυστήρια και τα πεζοδρομιακά, διότι όχι μόνο έκανε κακές παρέες αλλά είχε παραθερίσει κιόλας σε διάφορα σωφρονιστικά καταστήματα.

Με κοίταξε ο Κώστας με το γνωστό ύφος «πόσο μαλάκας Θεέ μου». Και ύστερα μου είπε: «Πες εσύ που είσαι δημοσιογράφος ότι έχεις ένα περιοδικό και το πουλάς 5 ευρώ το κομμάτι. Και ξέρει ο άλλος ότι πρέπει να πάει στο περίπτερο να το πάρει. Θα πάει ή δεν θα πάει;» «Θα πάει», του απάντησα. «Κι άμα κάποια στιγμή τον πληροφορήσεις αυτόν τον άλλο ότι το περιοδικό σου το μοιράζουνε δωρεάν στο τάδε σημείο, θα πάει να το πάρει δωρεάν ή δεν θα πάει;» «Θα πάει», του απάντησα και πάλι. «Ε, πρόσθεσε δύο συν δύο και ορίστε η λύση του αινίγματος», μου είπε ο Κωστάκης ο πονηρός, ο ζόρικος, ο καραμπουζουκλής…

Την θυμήθηκα την ιστοριούλα και τον Κωστάκη, με αφορμή την φρέσκια, φρεσκότατη φιλολογία για το άβατο των Εξαρχείων. Και θυμήθηκα επίσης το πραγματικό άβατο της πρωτευούσης, την Κυψέλη. Όπου πουλάγανε στις γωνίες φόρα παρτίδα τη σίσα, την οποία σίσα την παρασκευάζανε σε διπλανά υπόγεια, με σοβαρό, σοβαρότατο κίνδυνο ανάφλεξης. Και βγάζανε παιδάκια δωδεκάχρονα (και πιο μικρά…) στο δρόμο για να πουλάνε το κορμί τους. Και γινότανε του κουτρούλη ο γάμος σε πριβέ κλαμπ, με σκηνές που θα κάνανε ακόμη και χαρτνκοράδες του πορνό και της ναρκομανίας να χάσουν το χρώμα τους.

Όλως περιέργως δεν παρενέβη ποτέ κανείς σε αυτό το γαμημένο το άβατο και όλως περιέργως εδώ και λίγο καιρό, έτσι στο χάσιμο, στο μαγικό, στο χαλαρό και άνετο ψιλοκαθάρισε η κατάσταση. «Πώς κι έτσι;», ρώτησα προχθές την κολλητή μου τη Μαίρη, κυψελιώτισσα απ’ τα γενοφάσκια της. Με κοίταξε με το ίδιος ύφος που με είχε κοιτάξει ο Κώστας. «Μόλις ανακοινώθηκε η επέκταση του Μετρό στην πλατεία Κυψέλης», μου είπε και χαμογέλασε. Με πικρό, πολύ πικρό χαμόγελο.  

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο