Τα εγκλήματα της χλιδής

Τα εγκλήματα της χλιδής

Όταν οι Ευρωπαίοι κολύμπαγαν στο αίμα για να κολυμπήσουν στο χρήμα

Εντυπωσιάζομαι κι εγώ κάθε φορά που ταξιδεύω στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Εντυπωσιαζόμουν θέλω να πω, μιας και όταν υπήρχαν λεφτά πήγαινα. Τώρα δεν πάω. Αλλά ας μην σταθούμε στα τεχνικά. Οι εντυπώσεις είναι που μένουν, ο θαυμασμός για τις λεωφόρους, τα παλάτια, τα μέγαρα. Αυτά που μας λείπουν εδώ στην Ελλαδίτσα και ώρες ώρες μας κάνουν να αισθανόμαστε Ψωροκώσταινα. Γιατί στα Παρίσια δηλαδή και στα Λονδίνα και στις Βρυξέλλες και όχι εδώ;

Να σας πω εγώ γιατί; Διότι η τελευταία φορά που ψειρίσαμε κόσμο για να έρθει χρήμα στα μέρη μας ήταν επί Μεγάλου Αλεξάνδρου. Και πάλι φλώρος ήταν ο πρόγονος, δεν ρούφαγε το αίμα με το μπουρί της σόμπας. Σε αντίθεση, ας πούμε με τον βασιλιά του Βελγίου Λεοπόλδο τον δεύτερο (1835-1909), που το Κονγκό το έκανε αλοιφή για κονομήσει. Και κονόμησε, δεν λέω, αλλά η μνήμη του έκτοτε είναι βόθρος. Όχι μόνο στη κεντρική Αφρική, αλλά στην ανθρωπότητα ολόκληρη, μιας και τέτοια σφαγή δεν ξανάγινε.

Να μην σας τα λέω όμως εγώ. Να μας τα πει καλύτερα ο μέγιστος Αμερικανός λογοτέχνης Μαρκ Τουέην, μέσα από το βιβλίο του «Ο μονόλογος του βασιλιά Λεοπόλδου», που πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Θεμέλιο» το 1966 σε μετάφραση των Παύλου Αβραμέα και Γιάννη Σιμόπουλου. Διαβάστε το κάτωθι απόσπασμα του μονολόγου και, αν θέλετε, αναρωτηθείτε ύστερα για τα μεγαλεία και τις χλιδές των Ευρωπαίων αδελφών μας:

«Λένε πως επιβάλλω απίστευτα βαρείς φόρους στους ιθαγενείς, φόρους που είναι καθαρή κλεψιά, φόρους που πρέπει να πληρώσουν μαζεύοντας καουτσούκ κάτω από σκληρές και όλο σκληρότερες συνθήκες, παράγοντας και παρέχοντας δωρεάν είδη διατροφής –και που στο τέλος, άμα δεν μπορούνε πια να εκπληρώσουν το χρέος τους από πείνα, αρρώστια, απελπισία, ασταμάτητη και εξουθενωτική δουλειά χωρίς ξεκούραση, και εγκαταλείπουνε τα σπίτια τους και φεύγουνε στα δάση για να ξεφύγουνε την τιμωρία, τότε οι μαύροι μου στρατιώτες, φερμένοι από εχθρικές φυλές, παρακινούμενοι και καθοδηγούμενοι από τους Βέλγους μου, τους κυνηγάνε και τους σφάζουνε και καίνε τα χωριά τους, κρατώντας για λογαριασμό τους μερικά κορίτσια.

Ξόδεψα περισσότερα χρήματα για την τέχνη από κάθε άλλο μονάρχη του καιρού μου και το ξέρουνε. Μήπως μιλάνε γι’ αυτό, μήπως το λένε; Όχι δεν το λένε. Προτιμάνε να μετατρέπουνε τις αφηρημένες “φρικαλέες στατιστικές” όπως τις ονομάζουνε σε χειροπιαστά παραδείγματα που σκοπός τους είναι να κάνουνε τον κοσμάκη να φρίττει και να τον προκαταλάβουνε εναντίον μου. Σημειώνουνε πως “αν το αθώο αίμα που χύθηκε στο κράτος Κονγκό από τον βασιλιά Λεοπόλδο έμπαινε σε κουβάδες και οι κουβάδες μπαίνανε ο ένας πλάϊ στον άλλο θα πιάνανε 2.000 μίλια σε ευθεία. Αν οι σκελετοί αυτών των δέκα εκατομμυρίων νεκρών που πεθάνανε απ’ την πείνα και σφαχτήκανε μπορούσανε να σηκωθούνε και να βασίζουνε σε μια γραμμή θα χρειαζόντουσαν επτά μήνες και τέσσερεις μέρες για να περάσουνε από ένα ορισμένο σημείο Αν γινόντουσαν όλοι ένα σώμα θα πιάνανε πιο πολύ τόπο απ’ ό,τι καλύπτουν ο Άγιος Λουδοβίκος, η Διεθνής Έκθεση και τα γύρω. Αν χτυπάγανε όλοι μαζί παλαμάκια με τα κοκκαλιάρικα χέρια τους, ο φοβερός χτύπος θα ακουγόταν μέχρι…” Να πάρει ο διάβολος με κουράζουν! Και κάνουν τους ίδιους ακροβατισμούς με τα λεφτά που έβγαλα, διυλίζοντας αυτό το αίμα, και τα ‘βαλα στην τσέπη μου. Τα βάζουνε σε σωρούς και φτάνουν τις πυραμίδες της Αιγύπτου, τα’ απλώνουν στη Σαχάρα και την σκεπάζει, τ’ απλώνουν στον ουρανό και από την σκιά που ρίχνουνε σουρουπώνει η γη. Και τα δάκρυα που προξένησα, τις καρδιές που ράγισα –ω τίποτα δεν μπορεί να τους πείσει ν’ αφήσουν τους νεκρούς ήσυχους!»    

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο