Από τη Νάνα στον Σχινά

Από τη Νάνα στον Σχινά

Δύο συνεντεύξεις, ένας πονοκέφαλος

Είναι κάτι φορές που αισθάνομαι όπως ο Ντάνυ Γκλόβερ στο «Φονικό Όπλο». Σε εκείνη εκεί την ταινία που είναι αστυνομικός παρεάκι με τον Μελ Γκίμπσον και είναι παλαβός τελείως ο Γκίμπσον και κάνει όλο κάτι ταρζανιές και τους φέρνει σε δύσκολη θέση και κοντεύει να του πέσει το νεφρί του Γκλόβερ από το πολύ καουμποϊλίκι. Και κάποια στιγμή σε κάθε μία ταινία τη σειράς, στέκεται εντελώς μπαφιασμένος και εντελώς μπαϊλντισμένος και λέει την μεγάλη ατάκα που όλοι και όλες περιμένουμε να ακούσουμε από την ώρα που μπήκαμε στη σκοτεινή αίθουσα ή ξεκίνησε το φιλμ στην TV: “I’m getting too old for this shit!”

Κάτι σαν το δικό μας «μαμά γερνάω» ένα πράγμα δηλαδή, με ολίγη περισσότερη γλαφυρότητα –να μην τα μεταφράζω κι όλα ακριβώς και με στείλει στο στεγνωτήριο ο Χατζής. Τέλος πάντων, καταλαβαινόμαστε. Κάπως έτσι αισθάνομαι κι εγώ, όπως ο δόλιος ο Ντάνι Γκλόβερ, όταν έρχομαι αντιμέτωπος με συνεντεύξεις όπως εκείνες του Ιάσωνα Σχινά-Παπαδόπουλου και της Νάνας Μούσχουρη. Του πρώτου στη δική μας «Εφημερίδα των Συντακτών» και της δεύτερης στην γερμανική “Die Welt”. Για να μην λησμονούμε ότι το χρήμα, ο βήχας και ο έρως δεν κρύβονται.

Όπως δεν κρύβονται επίσης η ξεροκεφαλιά, η άγνοια, ο εγωισμός, όσο και να προσπαθείς μέσα από ωραία λόγια να τα φέρεις βόλτα και να παραμυθιάσεις το ακροατήριο. Κάθομαι ας πούμε και διαβάσω τον Ιάσωνα Σχινά-Παπαδόπουλο να δηλώνει ως άλλο ρομπότ:

«Είναι προφανές ότι δεν έχω διορίσει κανέναν, ούτε μέλη της οικογένειάς μου, ούτε οποιονδήποτε άλλον. Οι προσωρινές μετακλητές πολιτικές θέσεις στον κυβερνητικό μηχανισμό δεν αποτελούν διορισμούς στο Δημόσιο αλλά στελεχώνονται από πρόσωπα πολιτικής εμπιστοσύνης των υπουργών και του πρωθυπουργού. Δεν έχω ούτε την αντίληψη, ούτε τη δικαιοδοσία, ούτε τη δυνατότητα να υποδείξω στα μέλη της κυβέρνησης τους ανθρώπους που θα εμπιστεύονται για την υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής. Θέλω επίσης να σχολιάσω τα εξής σε σχέση με το πρώτο μου κείμενο, για να δοθεί ένα τέλος σε όσα ακούστηκαν. Δεν απαντούσε επί της ουσίας σε όσα αναφέρθηκαν επειδή γράφτηκε εν θερμώ και χαρακτηριζόταν από συναισθηματισμό.»

Στο χωριό μου αυτό το λένε damage control και μάλιστα δευτέρας κατηγορίας. Στα δικά μας τα μέρη, Θεσσαλία μεριά, προτιμούμε όταν κάποιος τα έχει κάνει μπάχαλα είτε να παίρνει το καπελάκι του και να πηγαίνει μια βόλτα είτε απλά να ζητάει μια συγγνώμη. Να παραδέχεται την ήττα του, όπως, ας πούμε, την παραδέχτηκε ο Αλέξης Τσίπρας με το τρίτο Μνημόνιο. Και ο κόσμος που καταλαβαίνει από σφαλιάρες, το εκτίμησε και του έδωσε μία ακόμη ευκαιρία. Γιατί είπε ότι πολέμησε κι έχασε. Αν είχε βγει να πει τα γνωστά ποδοσφαιρικά «το τερέν ήταν βαρύ», «ο διαιτητής ήταν ματιασμένος», «είχαμε κόντρα τον αέρα» και, το ωραιότερο όλων, «έφταιγε η κακιά η ώρα», τώρα θα αντίκριζε τον κόσμο από τα έδρανα της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως.

Αλλά τι να πει κανείς και για τη Νάνα! Όπου βγήκε στην “Die Welt” και δήλωσε «πολύ πολύ θυμωμένη» με τους συμπατριώτες (;) της Έλληνες χαρακτηριστικά τα παρακάτω:

«Οι Έλληνες πρέπει να μάθουν ότι πρέπει να εξοφλούν τα χρέη τους. Τα τελευταία 30 χρόνια, από τότε που μπήκαμε στην Ε.Ε, ζούσαμε σε ένα ψέμα, μέσα σε μια ψεύτικη ευημερία. Και πιο εύποροι ήταν αυτοί που επέλεξαν ποιοι θα τους κυβερνούν. Οι σοσιαλιστές έφεραν τη χώρα στην κατάσταση που είναι σήμερα. Ενθάρρυναν τους ψηφοφόρους τους να πιστεύουν ότι δε χρειάζεται να εργάζονται πολύ στις σίγουρες και καλοπληρωμένες δουλειές τους. Όλα αυτά χρηματοδοτούνταν με ευρωπαϊκά χρήματα – τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, οι εκλογές. Η Ευρώπη έχει το δικαίωμα να είναι θυμωμένη για αυτό.»

Το διάβασα λοιπόν κι εγώ στα social media κι έτοιμος ήμουν να της πάρω το κεφάλι της γυναίκας. Δικαίως, δεν λέω, με τέτοιες μπούρδες που είπε. Είχα αρχίσει μάλιστα να το γράφω το κατεβατό, ως την ώρα που ξύπνησε ένα διαβολίνι μέσα μου και με τσίγκλησε. Και μου ψιθύρισε στο αυτί: «Δεν το διπλοτσεκάρεις;» Το διπλοτσέκαρα λοιπόν και είδα ότι όντως τις είχε κάνει τις δηλώσεις η αοιδός, αλλά το 2011! Και τώρα εμφανίστηκαν εκ νέου σε αυτό το ιδιαίτερο μείγμα ειδησεογραφίας και παραδοξολογίας του διαδικτύου, να την στοιχειώσουν ως άλλοι εφιάλτες. Με τον κόσμο να την τσουρομαδάει και να την μασουλάει….

Δεν την δικαιώνω, δεν την δικαιολογώ καν, αλλά έχει ένα νόημα να σκεφτούμε λίγο παραπάνω τον τόνο και το υπόβαθρο των αντιδράσεών μας. Και το πόσο μπορούν κάποια πονηρά πλάσματα να μας παίζουν σαν τις μαριονέτες κάθε φορά. Και να πατάνε τα κουμπάκια μας κατά το δοκούν. Προς γνώσιν και συμμόρφωσιν, που λένε και στις παρυφές της Πίνδου.




 


 

 

 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο