Ελλάδα υπερδύναμη του μπάφου!

Ελλάδα υπερδύναμη του μπάφου!

Μια φορά κι έναν καιρό ήμασταν πρωτοπόροι της φούμας

Κάθομαι εγώ τώρα και διαβάζω το έγκυρον Νewpost και βλέπω ότι η πιο δημοφιλής είδηση της προχθεσινής ημέρας αφορά στη μαριχουάνα. Στο μαυράκι δηλαδή, το εδώδιμον και διόλου αποικιακόν, το λιβάνι, τη νταφού που λένε και όσοι κάποτε στη ζωή τους κατάφεραν να μάθουν πέντε πράγματα στα ποδανά. Και λέει η είδηση ότι η Αλβανία είναι μέσα στους πέντε μεγαλύτερους παραγωγούς της υφηλίου. Από έκθεση του ΟΗΕ η εκτίμηση, με στοιχεία παρακαλώ, όχι με εκτιμήσεις του τύπου «εδώ πίσω από μια πλαγιά έχει βάλει ο κολλητός δυο στρέμματα δενδρύλια». Παραγωγική υπερδύναμη οι γείτονες στο χώρο του μπάφου (εξ ου και η έκφραση «ήπια Αλβανό και μπέτωσα»), την ώρα που η μαμά Ελλάδα απλώς και μόνο καταναλώνει. Κι όμως υπήρχε μια εποχή, που η πατρίς έδινε τα φώτα της (και τα ‘γάρα της!) στην οικουμένη…

Βλέπε τις αρχές της δεκαετίας του τριάντα, όταν ακόμη ήταν νόμιμη η καλλιέργεια και η εμπορία χασίς στη χώρα μας. Το σημειώνει αυτό και το αναλύει και το περιγράφει γλαφυρά ο Γάλλος τυχοδιώκτης Henry de Monfreid στο βιβλίο του “La croisière du hachich” που εκδόθηκε το 1933 από τον οίκο «Grasset”. Όπου ξεκίνησε ο άνθρωπος από το Τζιμπουτί και ήρθε στα μέρη μας και ψώνισε 400 οκάδες μαυράκι και το πήγε στην Αίγυπτο να κάνουν κεφάλι οι φελάχοι και να ξεχάσουν πάσα ιδέα περί κοινωνικής δικαιοσύνης και διαφυγής από τον αγγλικό ζυγό. Τι να κάνουν κι αυτοί οι δόλιο, πώς να περάσουν τη δυστυχία τους; Μόνο με τον μουεζίνη; Κάθε χρόνο θέλανε 20 με 25 τόνους χασίς για να έρθουνε στα ίσα τους και να συνεχίσουν τον ταπεινό και ταλαίπωρο βίο τους.

Αλλά είχαμε μείνει στον Henry de Monfreid και στις περιγραφές του. Όπου αφίχθη ο τύπος στον Πειραιά και καθόλου δεν του άρεσε, αλλά βρήκε το δρόμο του προς την οικία του Σπύρου Σμυρναίου που ήταν στα τότε «περίχωρα» κι από εκεί τον περιέλαβε ο Παπαμανώλης (παντού ένας ιερωμένος!) και του εξήγησε ότι θα πηγαίνανε στην Τρίπολη να ψωνίσουνε το «πράμα», διότι εκεί είχε άφθονους καλλιεργητές και ποιοτικό εμπόρευμα και θα έβρισκε τα καλύτερα. Από την προσφορά κατευθείαν στη ζήτηση, να τηρούνται και οι νόμοι της αγοράς.

Τέλος πάντων το πήραν το τρένο ο de Monfreid και ο Παπαμανώλης και φτάσανε κάποια στιγμή στο χωρίον Στενό στο αγρόκτημα του Πέτρου Καραμάνου και κάνανε και γευσιγνωσία του σταφ και τα βρήκανε στα λεφτά και στρώθηκαν στη δουλειά οι χωρικοί για να μπει το εμπόρευμα στα σακιά και να σφραγιστούν αυτά με το ελεφαντάκι που ήταν το σήμα του παραγωγού. Διότι κάθε παραγωγός της περιοχής είχε το δικό του trade mark, δεν ήταν άντε χύμα η κατάσταση, να πουλάνε ό,τι να ‘ναι στο λαό. Το ωραιότερο όλων: «Ακριβώς όπως και στο κρασί, έτσι και στο χασίσι υπήρχανε καλές και κακές χρονιές», υπογράμμισε εντυπωσιασμένος ο συγγραφέας, προσθέτοντας ότι όλες οι φάρμες γύρω από την Τρίπολη με την καλλιέργεια χασίς ασχολούνταν.

Από εκεί λοιπόν, από το παραγωγικό μπουμ και την αναπτυξιακή πορεία, φτάσαμε στον μαρασμό και την αποεπένδυση. Και μπήκαν μπροστά οι Αλβανοί στην κούρσα της χαράς. Γιατί; Διότι αποφάσισαν οι άγιοι προστάτες μας Εγγλέζοι ότι η καλλιέργεια χασίς θα μετακόμιζε στην Ινδία και στην Ελλάδα θα έπεφτε απαγόρευση. Και τη βγάλαμε με μια εικονική αποζημίωση και ολίγα ψυχρά χαμόγελα βρετανικού τύπου. Για να μαθαίνουμε άλλη φορά να επιλέγουμε φίλους και συμμάχους…

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο