Εγώ και ο εμφύλιος

Εγώ και ο εμφύλιος

Όταν κάποιοι κανίβαλοι προσδοκούν συρράξεις και συγκρούσεις

Διαβάζω τις τελευταίες ημέρες ότι όπου να ‘ναι ξεσπάει ο εμφύλιος στην πατρίδα. Το διαβάζω στις εφημερίδες από πένες υπέρλαμπρες, το διαβάζω στα social media από ταπεινά χαμομηλάκια, το ακούω σε ραδιόφωνα, το βλέπω σε τηλεοράσεις. Θα νόμιζε κανείς ότι εντός του προσεχούς δεκαπενθημέρου θα ζωστούν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες τα φυσεκλίκια και θα βγουν απ’ τα σπίτια τους με τα όπλα στο χέρι –είτε στο βουνό είτε στη Σκομπία, ανάλογα με την προτίμηση. Και μοιάζουν να χαίρονται με αυτή την προοπτική όσοι τα γράφουν, να το γλεντάνε και να το προσδοκούν, ως άλλα μωρά τη βόλτα στο λούνα παρκ. Μόνο που ο εμφύλιος δεν είναι συγκρουόμενα αυτοκινητάκια…

Επί τη ευκαιρία λοιπόν θυμήθηκα ένα κείμενο που είχα γράψει παλιότερα και νομίζω ότι ήρθε η ώρα να το αναδημοσιεύσω. Αγαπητοί αναγνώστες και αγαπητές αναγνώστριες, κάντε έναν κόπο:

Στο σπίτι μας δεν μιλάγαμε για τον εμφύλιο. Και είχαμε κάθε λόγο να παραμένουμε σιωπηλοί. Η οικογένεια, βλέπετε, μέτραγε θύματα, πόνο, βία κι από τις δυο πλευρές. Την δεξιά και την αριστερά. Ή μάλλον, να το πω καλύτερα, την πατριωτική και την προοδευτική. Όπως αποκαλούσαν οι ίδιες τους εαυτούς τους.

Εξηγούμαι για να αποφύγουμε τις παρεξηγήσεις. Τον παππού μου τον Χρήστο, που φέρω το όνομά του, τον δολοφόνησαν εν μέσω εμφυλίου κάτι κατσαπλιάδες που παρίσταναν τους κομμουνιστές. Τον συνέλαβαν κουτουρού, μαζί με κάτι άλλους άσχετους και τους έκλεισαν σε μια εκκλησία. Το βράδυ έριξε χιόνι, σηκωθήκαν οι φρουροί και φύγανε. Μαζεύτηκαν οι έγκλειστοι, είδαν τι γίνεται, «άντε να το σκάσουμε». Όλοι εκτός απ’ τον παππού μου. «Εγώ δεν πάω πουθενά», τους είπε. «Δεν έχω κάνει τίποτε, ποιος θα με πειράξει;» Τον σκότωσαν την άλλη μέρα το πρωί με τους υποκόπανους από τα ντουφέκια. Για να μην ξοδεύουν σφαίρες. Μέσα στην τρέλα τους, γιατί τους είχαν ξεφύγει οι αιχμάλωτοι.

Ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου ο Αρχοντής ήταν ΕΠΟΝίτης, ιδεολόγος κομμουνιστής στη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης. Τον μπουζουριάσανε, τον κλείσανε Γεντί Κουλέ, του σπάσανε όλα τα πλευρά. Τον πηγαίνανε για εκτέλεση, αλλά μπήκε στη μέση ο αδερφός του ο Θρασύβουλος που μόλις είχε τελειώσει την Ευελπίδων. Εγγυήθηκε, τον βγάλανε, τον ντύσανε αμέσως στο χακί και τον στείλανε στο Γράμμο να πυροβολάει τους ΕΑΜίτες. Πλάι στον αδερφό του τον Ηλία, που έφαγε μια σφαίρα και πέθανε. Προς τιμή του ο πατέρας μου βάφτισε Ηλία τον αδερφό μου.

Αυτά τα λίγα ξέρω, αυτά κατόρθωσα να αποσπάσω από τα αμίλητα χείλη της γιαγιάς μου και του πατέρα μου. Καμία όρεξη δεν είχα να μου πουν τίποτε παραπάνω, να ξαναζήσουν τις τραγωδίες τους. Η γιαγιά μου έμεινε χήρα και άφραγκη με δυο πιτσιρίκια του δημοτικού, ο πατέρας μου μέτρησε τριανταπέντε χρόνια στο άγχος και στο φόβο ότι ανά πάσα στιγμή θα επέστρεφε στη φυλακή. Δεν έπαψε ποτέ του να είναι αριστερός, όπως δεν έπαψε ποτέ η γιαγιά μου να είναι δεξιά. Κι η μάνα μου με μένα και το αδερφό μου στη μέση, να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι συνέβη. Τι μας συνέβη.

Οπότε δεν θέλω ούτε εγώ να μιλήσω για τον εμφύλιο. Ούτε να τον ζήσω, θέλω. Πέρασαν από πάνω μου οι στάχτες του και ήταν κάτι παραπάνω από αρκετές. Θα συμβούλευα απλώς τα παιδάκια που επικαλούνται τώρα το φάντασμα του εμφυλίου, να μετράνε τα λόγια τους πριν ανοίξουν το στόμα τους. Έχει μιλήσει το αίμα πριν απ’ αυτούς.
 

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο