Οδηγώντας κάτι μέρες μετά από την τραγωδία με την Πόρσε

Οδηγώ προχθές το απόγευμα στην εθνική οδό. Ανεβαίνω Τρίκαλα για μια οικογενειακή υπόθεση, από αυτές που λύνονται εντός δεκαπενταλέπτου, αλλά απαιτούν φυσική παρουσία και πρέπει να είσαι εκεί. Καθαρός ουρανός, φως, ιδανικές συνθήκες. Μαζεύω χιλιόμετρα. Περνάω τα διόδια, τα ξαναπερνάω, φθάνω στο επίμαχο σημείο. Ογδοηκοστό δεύτερο χιλιόμετρο, στο σημείο της τραγωδίας…

Απέξω έχουνε βάλει κορίνες και τα άλλα τα πλαστικά που είναι για να κλείνουν τους δρόμους. Για να μην μπει κανείς, αναρωτιέμαι, ή για να κρατήσουν τα φαντάσματα μέσα; Παρατηρώ ότι και αυτό το πάρκινγκ, όπως και όλα τα υπόλοιπα, έχουν μπάρες κανονικά. Και ότι για να μπει με τις πάντες ένα αυτοκίνητο με διακόσια, για να βρει την συγκεκριμένη γωνία και να μην στουκάρει πουθενά προηγουμένως, είναι μία πιθανότητα στο εκατομμύριο. Μπορεί και στο δισεκατομμύριο.

Βλέπεις το τσιμέντο τσουρουφλισμένο, αν τσουρουφλίζεται δηλαδή το τσιμέντο. Λάδια κάτω, αν είναι λάδια δηλαδή. Όσα προλαβαίνεις να δεις σε δυο-τρία δευτερόλεπτα ωσότου να περάσεις. Και να κάνεις το σταυρό σου, να επικαλεστείς κάποιον Θεό τέλος πάντων ή κάποιον δαίμονα. Πριν από κάτι μέρες η Ελλάδα γι’ αυτό μίλαγε. Σήμερα, τίποτα. Δυο τρία δευτερόλεπτα μνήμης έχουν απομείνει στο συλλογικό ασυνείδητο.

Και το όνομα του πατρός, φυσικά. Υπάτιος Πατμάνογλου, δύσκολο να ξεχαστεί. Αναρωτιέμαι αν ήταν κάνας Παπαδόπουλος, πόσον καιρό θα μας έπαιρνε να τον λησμονήσουμε κι αυτόν. Όπως και τη συμβία του και το πιτσιρίκι. Είναι κοντή η μνήμη του τηλεοπτικού κοινού και δεν βοηθάνε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πριν από δέκα μέρες όλοι και όλες ξορκίζαμε τα φαντάσματα της εθνική οδού, σήμερα μας τρομάζει αυτός ο ακροδεξιός μαλλιάς από την Ολλανδία. Αύριο άλλος μπαμπούλας, μεθαύριο τρίτος…

Σταματώ κι εγώ σ’ ένα πάρκινγκ κάπου στη διαδρομή. Δια την ανάγκη μου. Άπαντες παρκαρισμένοι προς το τέλος, προς την έξοδο, λες και θα επανέλθει η Πόρσε και θα σκορπίσει ξανά το θάνατο. Εκνευρίζομαι, παρκάρω μπροστά. Με κοιτάνε λες και κατέβηκα για πρώτη φορά στον πλανήτη Γη. Αναμένω από στιγμή σε στιγμή το τηλεοπτικό συνεργείο και τον ματσουκοφόρο να με ρωτήσει: «Κύριε Ξανθάκη, που βρήκατε το κουράγιο;»

Κουμπώνομαι, μπαίνω στο αμάξι, βάζω ταχύτητα, φεύγω. Κάπου εδώ πρέπει να θυμηθώ καμιά εξυπνάδα για το μέσο που είναι το μήνυμα και δεν μπορεί όλο και κάποια μαλακία θα έχει γράψει ο Μακ Λούαν για να τη χρησιμοποιήσω. Ίσως πρέπει να θυμηθώ το κήρυγμα του Ιαβέρη και να τα βάλω με τους Έλληνες και τις Ελληνίδες που δεν έχουν παιδεία, δεν έχουν μυαλό, δεν έχουν φράγκα –αλλά αυτό είναι αρμοδιότητα των κυβερνήσεων, όχι της ασφαλούς οδήγησης. Μαζεύω χιλιόμετρα, αδειάζει το μυαλό μου. Ένα μόνο πράγμα μου ‘ρχεται στο νου: «Χους ει και εις χουν απελεύσει».