Ελλάδα ρε φίλε, η χώρα της χαράς! Εκεί που περιμένεις να μπουκάρει ο Ταγίπ με τις φρεγάτες, μπουκάρει ο Ιβάν με το περίστροφο. Και αντί να ξεκινήσει ο σαματάς στο Αιγαίο, ξεκινάει στην Τούμπα. Κατά το γνωστό γηπεδικό σύνθημα της δεκαετίας του εβδομήντα, που βρήκε για μια ακόμη φορά τη δικαίωσή του:

«Τούμπα, Ιράν, Καμπότζη, Βιετνάμ»!

Και θα μπορούσαμε τώρα να καθόμαστε ώρες ολόκληρες, για να μη πω μέρες, να συζητάμε τι ακριβώς συνέβη στην φάση με την κεφαλιά του Βαρέλα και τη στάση σώματος του Μαουρίσιο και άκρη να μη βρίσκουμε και να κουτουλάμε ο ένας τον άλλο και να τρέχουμε για ράμματα. Τα έχει αυτά το ποδόσφαιρο και για λίγο, για ένα εικοσιτετράωρο έστω κατάφερε να απομακρύνει το βλέμμα μας και τη σκέψη μας από τις προθέσεις και τις ορέξεις του εξ Ανατολών Σουλτάνου.

Αλλά ο Σουλτάνος δεν κοιμάται. Πριν από λίγο ανακοίνωσε ότι είναι δυο χιλιόμετρα από το Αφρίν οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και, κατά την άποψή του τουλάχιστον, ό,τι ώρα θέλουν μπαίνουν μέσα. Για να σημειώσουν την πρώτη στρατιωτική νίκη της Τουρκίας από τότε που μπουκάρισε στην Κύπρο με τα γνωστά σε όλους και όλες αποτελέσματα. Κράτος ιμπεριαλιστικό πλέον, κράτος που μπορεί να βάλει μπουρλότο στους γείτονές του, κράτος που πρέπει να το φοβούνται και όχι να φοβάται. Κράτος που πρέπει να του πληρώνουν νταβατζιλίκι, όσοι δεν θέλουν να υποστούν τις συνέπειες της οργής του.

Το είπε ο ίδιος ο Ερντογάν προχθές, μιλώντας για τη μάχη του Σαγγάριου:

«Όσοι θέλουν να φρεσκάρουν τη μνήμη τους ας πάνε να κοιτάξουν την πρόσφατη ιστορία τους. Όσοι εκστομίζουν μεγαλύτερες κουβέντες από το μπόι τους πρώτα να διαβάσουν βιβλία ιστορίας. Ας μάθουν πολύ καλά πως γλίτωσαν να γίνουν παστά ψάρια στο Σαγγάριο, και πως έφυγαν από εδώ πέφτοντας στη θάλασσα».

Κι από την άλλη δεν θα πρέπει να λησμονεί κανείς ότι τη φωτιά στα μπατζάκια του, δεν την άναψε από μόνος του ο Ταγίπ. Άλλοι του την άναψαν. Με de facto κουρδικό κράτος στο Ιράκ κι άλλο ένα κουρδικό κράτος υπό συγκρότηση στην Συρία. Και τους δικούς του τους Κούρδους να μην κάθονται ήσυχοι ούτε μια βδομάδα, ούτε μια μέρα, ούτε μια ώρα. Ναι, ναι, ξέρω ότι μοιάζει λίγο παράλογο αλλά καμιά φορά κι ο δικηγόρος του διαβόλου έχει τα επιχειρήματά του…

Και δεν είναι καινούρια, δεν είναι διόλου καινούρια. Επιτρέψτε μου να δανειστώ για μια ακόμη φορά ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Οι Έλληνες έξω από την Ελλάδα» του σπουδαίου χρονικογράφου Παύλου Παλαιολόγου, όπου αναφέρεται στην κουβέντα του με επιφανή Τούρκο διανοούμενο και βουλευτή. Και του λέει ο διανοούμενος και βουλευτής πριν από εξηντατόσα χρόνια:

«Βρίσκετε ανεξήγητη τη δυσπιστία μας; -απαντά ο συνομιλητής μου.- Σκεφτείτε λίγο. Μια αυτοκρατορία που εκτεινόταν από τον Περσικό κόλπο ως τη Βιέννη. Κουτσούρεμα στο κουτσούρεμα, βρεθήκαμε εδώ που μας βλέπετε. Ούτε το δέκατο της παλιάς εκτάσεώς μας. Πώς να μη μας μείνει κάποια φοβία; Εδώ στην Άγκυρα –το ‘ζησα και το ξέρω- ακούαμε τα κανόνια σας. Αμφίρροπη ήταν η μάχη του Σαγγάριου. Λίγο έλλειψε να τη χάσουμε. Ετοιμάζαμε τα μπογαλάκια μας για την Κόκκινη Μηλιά…
Γελά, γελώ… Τέτοιο γέλιο…
- Μη σας κάνει λοιπόν εντύπωση η δυσπιστία. Χρειάζεται κάποιος καιρός. Εν τω μεταξύ πρέπει να μας βοηθήσετε κι εσείς. Σε σας ανήκει να μας πείσετε για την ειλικρίνειά σας.»

Αν ήταν τέτοιος ο πόνος των Τούρκων στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα, φαντασθείτε τώρα πόσος είναι. Και μπείτε, αν θέλετε, για μια στιγμή στη θέση τους…