Με 42 ημέρες να απομένουν για τις πανελλαδικές εξετάσεις, σε ένα ευρωπαϊκό κράτος θα περίμενε κανείς πως όλα θα ήταν έτοιμα για τη σημαντικότερη στιγμή του εκπαιδευτικού συστήματος, που εν πολλοίς παίζει σημαντικό ρόλο για χιλιάδες μαθητές και τις οικογένειες τους. Κι' όμως, στη χώρα που θα έπρεπε η εκπαίδευση να είναι τομέας αιχμής και πεδίο συναίνεσης και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, ακόμα γίνονται αλλαγές. 

Έτσι την ώρα που στην Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου συζητούσαμε για νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομίας, η κυβέρνηση αποφάσισε να περάσει τροπολογία του Υπουργείου Παιδείας με τη διαδικασία μάλιστα του Επείγοντος, η οποία στο παραπέντε αλλάζει το πλαίσιο των πανελλαδικών εξετάσεων, προκαλώντας αναστάτωση σε χιλιάδες μαθητές, γονείς και καθηγητές. Ενδεικτικό της προχειρότητας με την οποία νομοθετεί η παρούσα κυβέρνηση είναι πως θεσμοθετεί τη διεξαγωγή επαναληπτικών εξετάσεων κάθε Σεπτέμβριο στις οποίες έχουν δικαίωμα να συμμετάσχουν οι υποψήφιοι γενικού ή επαγγελματικού λυκείου, εφ' όσον δεν έλαβαν μέρος στην εξέταση ενός ή περισσότερων μαθημάτων κατά τη διάρκεια των τακτικών πανελλαδικών εξετάσεων: «είτε σοβαρού λόγου υγείας, είτε λόγω ψυχικής οδύνης συνεπεία θανάτου συγγενούς α' βαθμού εξ' αίματος σε ευθεία γραμμή ή β' βαθμού εξ' αίματος σε πλάγια γραμμή, ο οποίος επήλθε εντός του μήνα που προηγείται του μήνα έναρξης των εξετάσεων και μέχρι τη λήξη αυτών». Και αν για τη δεύτερη περίπτωση η τροπολογία είναι ξεκάθαρη, η πρώτη περίπτωση έχει αρκετές ασάφειες, αφήνοντας περιθώρια για διασταλτικές ερμηνείες κατά περίπτωση.

Αυτό που αξίζει να ξεκαθαρίσουμε, είναι πως οι παραπάνω υποψήφιοι θα εισάγονται σε ποσοστό θέσεων 0.5% επιπλέον του αριθμού των τακτικών εισακτέων κάθε τμήματος ΑΕΙ όλης της χώρας, σε μια εποχή που όλα τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αδυνατούν να ανταποκριθούν στην ποιοτική εκπαίδευση των ήδη υπαρχόντων εισακτέων λόγω έλλειψης προσωπικού και υποδομών.

Προφανώς κανείς μας δεν είναι κοινωνικά ανάλγητος, ώστε να μην αναγνωρίζει πως υπάρχουν περιπτώσεις που χρήζουν μιας δεύτερης ευκαιρίας εξέτασης, προκειμένου να μη χάνουν μαθητές μια ολόκληρη χρονιά λόγω ανωτέρας βίας. Αυτό όμως που προκαλεί, είναι η ανευθυνότητα με την οποία η Κυβέρνηση νομοθετεί για ένα τέτοιο ζήτημα, παραμονές των εξετάσεων, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στο κύρος της ίσως πιο αδιάβλητης διαδικασίας που διαθέτουμε τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα. Και είναι κάτι παραπάνω από προκλητική η ολιγωρία της Κυβέρνησης, η οποία είχε τόσους μήνες στη διάθεση της να νομοθετήσει αλλά επέλεξε αυτή τη χρονική περίοδο, λίγες μόλις εβδομάδες πριν οι μαθητές κληθούν να διεκδικήσουν μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση της χώρας. Τέτοια ζητήματα οφείλουν να ρυθμίζονται στην αρχή της κάθε σχολικής χρονιάς και όχι μέσα από «επείγουσες» διαδικασίες στο παραπέντε και που σε κάθε περίπτωση δεν τιμούν τη δημοκρατική κοινοβουλευτική παράδοση.

Η Παιδεία όμως, σε μια χώρα που θα έπρεπε να είναι νησίδα αριστείας και φάρος προοδευτικών ιδεών, χρειάζεται επειγόντως ένα νέο όραμα. Πέρα από τη μικροδιαχείριση των αυτονόητων που για μεγάλο διάστημα έχουν καταστεί ζητούμενα, η επόμενη Κυβέρνηση οφείλει να δει το ζήτημα της Παιδείας και ειδικότερα της εκπαίδευσης εκ βάθρων. Αυτή θα είναι μια μεταρρύθμιση που δε θα έχει άμεσα εκλογικά οφέλη, αλλά θα είναι μια μακρά, δύσκολη προσπάθεια που θα βάλει το σπόρο μιας νέας κοινωνίας και θα δρέψει καρπούς ίσως ακόμα και την επόμενη δεκαετία.

*Ο κ. Χρίστος Δήμας είναι βουλευτής Κορινθίας - Αναπλ.Τομεάρχης Οικονομίας και Ανάπτυξης της ΝΔ