Ένα ακόμα Eurogroup ολοκληρώθηκε και για ακόμα μία φορά η κυβέρνηση φεύγει με λιγότερα από όσα πήγε. Θα μπορούσε κανείς να σχολιάσει σκωπτικά τις διαπραγματευτικές ικανότητες των κυβερνητικών στελεχών, αν πίσω από αυτές δεν κρίνονταν η ελπίδα ενός ολόκληρου λαού για καλύτερες μέρες. Δυστυχώς η κατάσταση δεν αφήνει περιθώρια για αστεία, ιδιαίτερα όταν ακούει κανείς πως στα προσχέδια του Eurogroup αναφέρονται δεσμεύσεις της χώρας μέχρι το 2060.

Και είναι πραγματικά απορίας άξιο πως αυτοί που εξελέγησαν με υποσχέσεις για 12 δισ. παροχές αλλά έφεραν 14.2 δισ. μέτρα, συζητούν μια συμφωνία που θα δεσμεύσει σε πρωτογενή πλεονάσματα ακόμα δύο γενιές. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, πως “οι ξένοι είναι αδιάλλακτοι”, “δε γίνεται αλλιώς” ή ότι “μόνο έτσι θα βρεθεί λύση με το ελληνικό χρέος”. Μια τέτοια σκέψη, απλά σκεπάζει τα λάθη αυτής της κυβέρνησης εις βάρος της οικονομίας, για τα οποία κάποια στιγμή θα πρέπει να λογοδοτήσει.

Είναι ενδεικτικό πως για το ελληνικό χρέος υπάρχουν δύο εκθέσεις βιωσιμότητας από το ΔΝΤ, μία το 2014 και μία το 2016. Η πρώτη έκθεση -επί Κυβέρνησης ΝΔ με την οικονομία σταθεροποιημένη και τους ρυθμούς ανάπτυξης να οδεύουν προς θετικό πρόσημο- εκτιμούσε ότι το χρέος θα έμπαινε σε μια τροχιά ταχείας αποκλιμάκωσης με αποτέλεσμα να είναι κοντά στο 60% του Α.Ε.Π. το 2060. Η δεύτερη αντίθετα, που καταρτίστηκε μετά την καταστροφική περίοδο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και την περήφανη διαπραγμάτευση Τσίπρα-Βαρουφάκη, εκτιμά πως το 2060 το δημόσιο χρέος θα εκτοξευθεί στο 275% του Α.Ε.Π. Είναι προφανές λοιπόν, ότι για τον εκτροχιασμό αυτό, υπάρχουν ευθύνες σε πρόσωπα και πολιτικές εντός συνόρων. Όμως όσο παρατείνεται αυτή η κατάσταση, δεν είμαι από εκείνους που θα διστάσουν να αναγνωρίσουν ότι ευθύνες υπάρχουν και εκτός συνόρων.

Να πούμε λοιπόν, τα πράγματα με το όνομα τους. Ευθύνη για την κατάσταση που βρισκόμαστε, έχουν και οι δανειστές. Αυτοί, που ενώ γνωρίζουν πως η παρούσα Κυβέρνηση βρίσκεται υπό κατάρρευση, αποδέχονται νομοθέτηση μέτρων ακόμα και για μετά το πέρας της θητείας της παρούσας κυβέρνησης, έως το 2020 ή το 2021 με αντάλλαγμα μέτρα για το χρέος. Και αναρωτιέμαι εδώ, είναι δημοκρατικό αυτό; Αποτελεί σεβασμό των θεσμών και της κυριαρχίας ενός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Σίγουρα πάντως, δημιουργεί πολλά ερωτηματικά, καθώς όλοι πια έχουν αντιληφθεί την αδυναμία της παρούσας κυβέρνησης να έχει αποτελέσματα ικανά να επανεκκινήσουν την οικονομία προς μια περισσότερο βιώσιμη κυβέρνηση. Πρόκειται δηλαδή, για μια αμφίδρομη αυταπάτη με μόνο χαμένο τον ελληνικό λαό, καθώς κάθε φορά που δε θα «βγαίνουν τα νούμερα», αυτός θα βλέπει τα εισοδήματα του να συρρικνώνονται.

Οι δανειστές λοιπόν, είναι συνυπεύθυνοι πια για ότι συμβαίνει και δεν προσφέρουν καλή υπηρεσία ούτε στη χώρα, ούτε στην κοινωνία. Αποδέχονται την υιοθέτηση υφεσιακών μέτρων με δυσθεώρητα πρωτογενή πλεονάσματα, την ώρα που καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν κατάφερε τα τελευταία χρόνια να πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα για τόσα χρόνια. Και βάζουν την υπογραφή τους κάτω από το ενδεχόμενο να το πετύχει η αποστραγγισμένη από κεφάλαια ελληνική οικονομία.

Στην ουσία όμως, η μόνη πιθανότητα για να πετύχει ένα τέτοιο σενάριο, είναι να επωμιστούν μεγαλύτερα βάρη εκείνοι που σήμερα κρατούν τη χώρα όρθια. Ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο αγρότης, ο παραγωγός όμως, δεν αντέχουν άλλο και είναι προφανές και από τους επιμέρους δείκτες αυτό. Εκείνος που μοχθεί για να παράγει και ξυπνάει το πρωί για να πουλήσει αντιμετωπίζει μια διαλυμένη αγορά και χιλιάδες οικογένειες με μειωμένη αγοραστική δύναμη.

Πως λοιπόν θα πληρώσει περισσότερους φόρους, αν πλέον πουλά λιγότερα; Αυτή την απλή εξίσωση θα πρέπει να απαντήσουν οι κυβερνώντες αλλά και οι δανειστές. 

* Ο κ. Χρίστος Δήμας είναι βουλευτής Κορινθίας και Αναπληρωτής Τομεάρχης Οικονομίας και Ανάπτυξης της ΝΔ