ΒΙΒΛΙΟ

Άγγελος Συρίγος-Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ένα καλό βιβλίο για τη Συμφωνία των Πρεσπών

της Μυρένας Σερβιτζόγλου - Δημοσίευση 22 Ιανουαρίου 2019, 07:00 / Ανανεώθηκε 22 Ιανουαρίου 2019, 11:04
Άγγελος Συρίγος-Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ένα καλό βιβλίο για τη Συμφωνία των Πρεσπών
Facebook Twitter Whatsapp

Οι καθηγητές Άγγελος Συρίγος και Ευάνθης Χατζηβασιλείου καταθέτουν την επιστημονική τους άποψη για τη Συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό στο ομώνυμο βιβλίο.

Την Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου, πέντε ημέρες πριν από το Συλλαλητήριο στο Σύνταγμα εν όψει της επικύρωσης από την ελληνική Βουλή της Συμφωνίας των Πρεσπών, κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη ένα ομότιτλο καλαίσθητο βιβλιαράκι με γκρίζο θαμπό εξώφυλλο, -το οποίο παρέπεμπε ευθέως στα χρώματα του Βορρά-, και τα ονόματα των δύο συγγραφέων με κίτρινο χρώμα, -ακριβώς όπως στη βόρειο Ελλάδα, ο φωτισμός των δρόμων είναι κίτρινος λόγω της συχνής, πυκνής, χαμηλής νέφωσης-. «Η Συμφωνία των Πρεσπών και το Μακεδονικό», ήδη από την Παρασκευή, 18 του μηνός, ήταν δυσεύρετο, ενώ οι Εκδόσεις ενημέρωναν ενδιαφερόμενους βιβλιοπώλες ότι το απόθεμα αντιτύπων έχει εξαντληθεί.

Προμηθεύεται κανείς το εν λόγω εγχειρίδιο με διττή πρόθεση. Αφενός να εκπληρώσει το καθήκον του μελετώντας μια Συμφωνία εθνικής σημασίας, αφετέρου, να εντοπίσει έστω ψήγματα που να δικαιώνουν τη Συμφωνία αυτή. Ο επίδοξος αναγνώστης από τις πρώτες σελίδες διαψεύδεται και ως προς τα δύο σημεία. Η ανάγνωση του βιβλίου δεν θυμίζει σε τίποτα υποχρέωση, τουναντίον, είναι απολαυστική. Η δε Συμφωνία, βρίθει αστοχιών, παραλείψεων, λαθών από ελληνικής πλευράς, σε βαθμό που όταν καλύπτει κανείς το ένα τρίτο των σελίδων, η δυσφορία για τα δεδομένα αρχίζει πλέον να γίνεται σωματική ενόχληση.

Ακολουθώντας τον αφορισμό του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών της Γαλλίας, Ταλλεϋράνδου, «surtout pas trop de zèle», δηλαδή «πρωτίστως, χωρίς υπερβάλλοντα ζήλο», ο αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου, Άγγελος Συρίγος, και ο καθηγητής Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κλεάνθης Χατζηβασιλείου ανατέμνουν τη Συμφωνία των Πρεσπών εφαρμόζοντας μία «μετριοπαθή ρεαλιστική» προσέγγιση, «η οποία θέλει να διακρίνεται από λειτουργικό πνεύμα. Γραμμένο εξ ημισείας στη Μάνδρα Μεσσηνίας, από πλευράς Άγγελου Συρίγου, και στο Δοξάτο Δράμας από πλευράς Ευάνθη Χατζηβασιλείου τα Χριστούγεννα του 2018, ο ολιγοσέλιδος τόμος περιλαμβάνει παράρτημα με αυτούσιο το κείμενο της Συμφωνίας.

«Εδρασμένο σε αυστηρά επιστημονική ανάλυση, το βιβλίο πάντως παίρνει θέση» ευθύς εξαρχής δηλώνουν οι υπογράφοντες. «Θα υποστηρίξουμε μια στάση επιφυλακτική και κριτική προς τη Συμφωνία των Πρεσπών. Θα ισχυριστούμε ότι η αλλαγή του ονόματος του κράτους της ΠΓΔΜ συνοδεύεται από τόσο πολλές παραχωρήσεις της Ελλάδας σε ζητήματα που έως τώρα αποτελούσαν “κόκκινες γραμμές” της, –κυρίως ζητήματα εθνικότητας, γλώσσας, εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού, brand names, αλλά και εφαρμογής της Συμφωνίας-, ώστε τελικά η συγκεκριμένη αποτελεί μια κακή συμφωνία. Σηματοδοτεί την εγκατάλειψη βασικών στρατηγικών της Ελλάδας στη νότια Βαλκανική. Θα κινδυνεύσει, εφόσον κυρωθεί και τεθεί σε ισχύ, να οδηγήσει σε επάλληλα και επικίνδυνα αδιέξοδα. Στην πράξη, με τη Συμφωνία των Πρεσπών, η Ελλάδα κινείται στο πλαίσιο της πολιτικής που είχε εξαγγείλει η Κομμουνιστική Διεθνής το 1934: αναγνώριση ενός “μακεδονικού έθνους” και νομική δυνατότητα διεκδικήσεως δικαιωμάτων “για τις μακεδονικές μειονότητες” στα γειτονικά κράτη, και δη στην Ελλάδα. Τονίζουμε όμως ότι η κριτική στάση μας έναντι της Συμφωνίας δεν συνεπάγεται τη διατύπωση οποιασδήποτε αμφισβητήσεως για τις προθέσεις των πρωτεργατών ή των υποστηρικτών της, κάτι που στο παρελθόν έχει επανειλημμένα συμβεί και επανειλημμένα η χώρα έχει πληρώσει. Μιλούμε για μια κακή συμφωνία, και σε καμιά περίπτωση για “προδοσία”».

Επιχειρώντας, αρχικά, μία σύντομη ιστορική αναδρομή της υψηλής στρατηγικής και των στόχων της Ελλάδος στο Μακεδονικό από 1870 έως το 2018, οι συγγραφείς τονίζουν ότι η πολιτική της Ελλάδος «σταθερά και με συνέπεια, ήταν κατεξοχήν μετριοπαθής και προσεκτικά απέφευγε τον μαξιμαλισμό». «Η Ελλάδα δεν προσπάθησε ποτέ να μονοπωλήσει την ευρύτερη γεωγραφική Μακεδονία. Πάντοτε επιδίωκε να μη την μονοπωλήσει άλλος». Συνεπώς όταν σήμερα «στον δημόσιο διάλογο οι υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών απαντούν σε μία συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι προβάλλουν το επιχείρημα ότι “η Μακεδονία είναι μία και ελληνική” και αρνούνται εντελώς τη χρήση του όρου από τους γειτονικούς λαούς, αγνοούν την επίσημη πολιτική του ελληνικού κράτους, απαντώντας σε μία άλλη άποψη, που ποτέ δεν υπήρξε η θέση του ελληνικού κράτους».

Οι καθηγητές Συρίγος κα Χατζηβασιλείου τονίζουν ότι τα ζητήματα ελληνικού ενδιαφέροντος στο Μακεδονικό σήμερα είναι δύο: «αφ’ενός οι βαλκανικές ισορροπίες και η ασφάλεια, αφ’ετέρου η ανάγκη να διασφαλιστεί το ανθρώπινο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού –η ταυτότητα, εθνική και τοπική- των Ελλήνων Μακεδόνων». «Οι υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών υποτιμούν άκριτα και επικίνδυνα τους Σλαβομακεδόνες της ΠΓΔΜ και τη δύναμη του εθνικισμού τους. Υιοθετώντας μία ακραία αλαζονική στάση, εδρασμένη στη σημερινή σχετική ευημερία της Ελλάδος, θεωρούν τον γειτονικό λαό (αλλά πιθανότατα και τους Βούλγαρους) ως ανάξιους μελλοντικούς αντιπάλους. Εδώ όμως, διαπράττουν ένα στρατηγικό λάθος θουκυδίδειας κλίμακας. Η Ελλάδα δεν βρίσκεται μεταξύ του Βελγίου και της Ολλανδίας, βρίσκεται σε μία από τις πιο ταραγμένες περιοχές του πλανήτη. Και είναι τραγικό λάθος να υποτιμήσει η Ελλάδα τη δυναμική ενός βαλκανικού εθνικισμού, επειδή μέσα από το πρίσμα της αλαζονείας της θεωρεί ότι δεν την απειλούν οι Σλαβομακεδόνες της ΠΓΔΜ, καθώς είναι λίγοι και φτωχοί. Οι βαλκανικές δυναμικές δεν λειτούργησαν ποτέ έτσι».

«Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας είναι τουλάχιστον 60 φορές μεγαλύτερη από την Ταϊβάν, είναι πυρηνική δύναμη και η δεύτερη ισχυρότερη οικονομία του κόσμου. Αντικειμενικά, είναι αστείο να υποστηριχθεί ότι η Κίνα κινδυνεύει από την Ταϊβάν. Παρ’όλα αυτά η Λ.Δ. της Κίνας επιδεικνύει ιδιαίτερη ευαισθησία σε όλα τα θέματα που αφορούν στην Ταϊβάν, διότι την απασχολεί η ύπαρξη της αμφισβητήσεως και βεβαίως οι ξένες δυνάμεις που θα συνταχθούν πίσω από την Ταϊβάν».

Οι συγγραφείς είναι κατηγορηματικοί: «Η μονοπώληση του μακεδονικού ονόματος συνεπάγεται διεκδίκηση του μακεδονικού χώρου στο σύνολό του συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού τμήματος». «Είναι λάθος να παραμένουμε με έναν τρόπο στατικό, σε μια σύγκριση των ΑΕΠ ή των στρατιωτικών δυνάμεων της Ελλάδας και ΠΓΔΜ για να συμπεράνουμε ότι δεν υφίσταται (και δεν θα εγερθεί και στο μέλλον) θέμα για τη χώρα μας. Δεν δουλεύουν έτσι τα πράγματα στα Βαλκάνια». Παραδείγματος χάριν, «το 1999, οι Αλβανοί του Κοσόβου απελευθερώθηκαν από τη σερβική κυριαρχία, αλλά αυτό δεν έγινε επειδή νίκησαν οι Κοσοβάροι Αλβανοί τον σερβικό στρατό. Άλλοι νίκησαν τη Σερβία για λογαριασμό των Κοσοβάρων Αλβανών. Το 1916 και το 1941, η Βουλγαρία κατέλαβε περιοχές της Ελλάδας (και της τότε Σερβίας), αλλά ούτε στη μία, ούτε στην άλλη περίπτωση δεν διέθετε η Βουλγαρία την ισχύ να νικήσει την Ελλάδα (και τη Σερβία) και να κατακτήσει αυτά τα εδάφη. Τα κατέκτησε επειδή ο σύμμαχός της, η Γερμανία, είχε την ισχύ που επέτρεψε στη Βουλγαρία να τα κατακτήσει». Και αντιστρόφως: «Η Ελλάδα απελευθέρωσε τα εδάφη το 1918 και 1944 ως μέλος του νικητήριου συνασπισμού σε δύο παγκόσμιους πολέμους, δηλαδή χάρη στις συμμαχίες της. Το 1878, συγκροτήθηκε το βουλγαρικό κράτος όχι επειδή η βουλγαρική εθνική επανάσταση είχε νικήσει τον οθωμανικό στρατό, αλλά επειδή το είχε κάνει η Ρωσία στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78. Η ίδια η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1830 χάρη όχι μόνο στην ελληνική επανάσταση, αλλά και στη ναυμαχία του Ναυαρίνου και στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-29».

Όσον αφορά το ανθρώπινο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων Μακεδόνων, «πρέπει κάποιος να νομίζει ότι είναι ο Θεός ή ο Στάλιν για να αποφασίζει ο ίδιος πως θα αυτοπροσδιοριστούν οι Έλληνες Μακεδόνες ή να αποφασίζει ο ίδιος ότι δεν χρειάζεται να αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες, επειδή στην παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας μόνον ο Θεός ή ο Στάλιν θα τολμούσαν να διεκδικήσουν αρμοδιότητα να αποφασίσουν κάτι τέτοιο». «Η Ελλάδα γίνεται το πρώτο κράτος στον κόσμο που δείχνει να μη σέβεται την εθνική και περιφερειακή ταυτότητα των μελών του έθνους του. Και τούτο επειδή με τη συμφωνία των Πρεσπών η Ελλάδα δέχεται να αποκαλείται ένας άλλος λαός “Μακεδόνες” (σκέτο), ενώ η ελληνική Μακεδονία είναι το ένα τρίτο της ελληνικής εθνικής επικράτειας, το μεγαλύτερο σε έκταση τμήμα της γεωγραφικής Μακεδονίας και οι Έλληνες Μακεδόνες πάνω από το ένα τέταρτο του ελληνικού πληθυσμού».

Οι συντάκτες εξετάζουν και αναλύουν τη Συμφωνία των Πρεσπών άρθρο-άρθρο, παράγραφο-παράγραφο. Χαρακτηρίζουν το άρθρο 1 ως εκείνο «των μεγάλων συμβιβασμών». Αποδεικνύουν με επιχειρήματα τις αστοχίες, τις εξαιρέσεις ως «προς όλα όσα συμβαίνουν στον υπόλοιπο κόσμο», τα μεταφραστικά λάθη, προτείνουν απλές λύσεις, αλλά κυρίως εξανίστανται με την στάση απροσεξίας και αλαζονείας της ελληνικής πλευράς.

Συμπερασματικά, «η Συμφωνία των Πρεσπών επιτρέπει τη μονοπώληση της μακεδονικής ταυτότητας από την πλευρά της ΠΓΔΜ/Βόρειας Μακεδονίας, κάτι που δεν θα γινόταν εάν ο λαός της γειτονικής χώρας είχε οριστεί στη Συμφωνία ως βορειομακεδονικός, όπως υπαγορεύει η παγκόσμια πρακτική και η λογική σε αυτές τις περιπτώσεις. Η Συμφωνία αυτή, στην ιστορία της ελληνικής πολιτικής συνεπάγεται την εγκατάλειψη μιας θεμελιώδους ελληνικής εθνικής στρατηγικής 150 ετών (από το 1870), και όχι 27 ετών (από το 1991), οπότε ανακήρυξε την ανεξαρτησία της η ΠΓΔΜ. Η Ελλάδα του 1900 πριν από τον Μακεδονικό Αγώνα, ήταν συντριπτικά ηττημένη σε έναν πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία (1897), ήταν χρεοκοπημένη (1893 και 1898), βρισκόταν υπό τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, αντιμετώπιζε μια ολόκληρη Οθωμανική Αυτοκρατορία, και τα σύνορά της ήταν στη Λάρισα (στην περίφημη Μελούνα), αλλά δεν αποδέχθηκε τη μονοπώληση της μακεδονικής ταυτότητας από άλλον. Κάτι που αποδέχθηκε η Ελλάδα του 2018, μέλος του ΝΑΤΟ και τη Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αντιμετωπίζοντας ένα κράτος που έχει 5 φορές μικρότερη έκταση και πληθυσμό από την ίδια, και 15 φορές μικρότερο ΑΕΠ από το δικό της».