CINEMA

Κίρα Νάιτλι, Ματ Σμιθ και Ραλφ Φάινς αποκαλύπτουν «Κρατικά μυστικά»

Δημοσίευση 16 Οκτωβρίου 2019, 14:00 / Ανανεώθηκε 16 Οκτωβρίου 2019, 13:38
Κίρα Νάιτλι, Ματ Σμιθ και Ραλφ Φάινς αποκαλύπτουν «Κρατικά μυστικά»
Facebook Twitter Whatsapp

Η πολύκροτη ταινία, βασισμένη στην αληθινή ιστορία της Κάθριν Γκαν, που το 2003 διέρρευσε άκρως απόρρητες πληροφορίες για την επιχείρηση εκβιασμού σε βάρος δεκάδων χωρών, ώστε να ψηφίσουν υπέρ της εισβολής στο Ιράκ, βγαίνει στις αίθουσες στις 24 Οκτωβρίου

Η δύο φορές υποψήφια για Όσκαρ Κίρα Νάιτλι (Περηφάνια και Προκατάληψη) πρωταγωνιστεί σε ένα κλασικό κατασκοπικό θρίλερ βασισμένο στην αληθινή ιστορία της Κάθριν Γκαν, υπαλλήλου της βρετανικής κυβέρνησης που είχε το θάρρος να διαρρεύσει ένα υπόμνημα που αποκαλύπτει μια εξοργιστική διακυβερνητική απάτη. Η συναρπαστική υπόθεση της πρόσφατης ιστορίας -το σκάνδαλο ξέσπασε το 2003- μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη και συν-σεναριογράφο Γκάβιν Χουντ (Tsotsi, Αόρατος Εχθρός), ενώ το καστ συμπληρώνουν οι Ματ Σμιθ (The Crown) και Ραλφ Φάινς (Η Λίστα του Σίντλερ). Μία ταινία για την ατομική ευθύνη, το θάρρος και το τίμημα που πληρώνουν οι απλοί άνθρωποι, όταν αντιστέκονται στο καθεστώς.

Σύνοψη
2003. Η μεταφράστρια του Αρχηγείου Επικοινωνιών της βρετανικής Κυβέρνησης Κάθριν Γκαν διαρρέει ένα άκρως απόρρητο e-mail των αμερικανικών αρχών που ζητούσε από τις βρετανικές υπηρεσίες να κατασκοπεύσουν άλλα κράτη μέλη του ΟΗΕ με σκοπό να εκβιάσουν μία θετική ψήφο από τις χώρες αυτές για την εισβολή στο Ιράκ. Όταν ασκείται ποινική δίωξη σε βάρος της με βάση τον νόμο περί κρατικών μυστικών, η Γκαν και οι δικηγόροι της κάνουν ό,τι μπορούν για να υπερασπιστούν τις πράξεις της. Καθώς η ζωή, η ελευθερία και ο γάμος της απειλούνται, καλείται να υπερασπιστεί τα πιστεύω της…

Σημείωμα του σκηνοθέτη
«Έρχεται κάποτε μία στιγμή που κάποιος πρέπει να πάρει μία θέση που δεν είναι ούτε ασφαλής, ούτε πολιτική, ούτε δημοφιλής, αλλά πρέπει να το κάνει γιατί η συνείδηση του τού λέει ότι είναι το σωστό» Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

11 Σεπτεμβρίου, Οσάμα, Μπους, Αφγανιστάν, Πάουελ, όπλα μαζικής καταστροφής, Ιράκ, Ομπάμα, drone, απεργίες, ISIS, Συρία, πρόσφυγες, Τραμπ, τείχη, ψευδείς ειδήσεις…

Πρόκειται για δύο εξοργιστικές δεκαετίες που προκαλούν σύγχυση και μας έχουν αφήσει απογοητευμένους, θυμωμένους και αβέβαιους. Μπορούμε να εμπιστευτούμε; Είναι όλα πολύ περίπλοκα για να τα κατανοήσουμε; Είναι οι βασικές ιδέες της προσωπικής ακεραιότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αυτές οι απλές ιδέες που διδάσκουμε στα παιδιά μας, περασμένες; Είναι ο κυνισμός το μόνο μας καταφύγιο;

Είχα παλέψει με αυτά τα άρρωστα συναισθήματα πολύ καιρό, όταν ο παραγωγός Γκεντ Ντόχερτι, με τον οποίο είχα κάνει τον Αόρατο Εχθρό, με ρώτησε αν είχα ακούσει για την περίπτωση της Κάθριν Γκαν.

Δεν είχα ακούσει.

«Ήταν μία βρετανίδα κατάσκοπος που διέρρευσε άκρως απόρρητες πληροφορίες για μια επιχείρηση κατασκοπείας σε βάρος μικρότερων και μη μόνιμων κρατών μελών του ΟΗΕ προκειμένου να αναγκαστούν να ψηφίσουν υπέρ της εισβολής στο Ιράκ το 2003».

«Ο ΟΗΕ δεν ψήφισε υπέρ της εισβολής» είπα. «Ο Μπους και ο Μπλερ βασίστηκαν σε ψευδείς πληροφορίες επικαλούμενοι ότι το Ιράκ είχε στην κατοχή του όπλα μαζικής καταστροφής για να δικαιολογήσουν την εισβολή».

«Ναι, φυσικά» είπε ο Γκεντ. «Όλοι το ξέρουν αυτό τώρα. Αλλά φαντάσου να είχαν εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του ΟΗΕ που θα τους εξουσιοδοτούσε να κηρύξουν πόλεμο, όπως ήταν η αρχική τους πρόθεση; Δεν θα χρειάζονταν να βασίζονται στα όπλα μαζικής καταστροφής. Αν ο ΟΗΕ στήριζε τον πόλεμο, ο Μπους και ο Μπλερ θα είχαν την τέλεια νομική κάλυψη για την εισβολή».

«Δεν τους ασκήθηκε καμία δίωξη για τα ψέματα που είπαν για τα όπλα μαζικής καταστροφής ούτως ή άλλως» είπα. «Οπότε ποιο είναι το νόημα αυτής της ιστορίας;».

«Η ελπίδα» είπε ο Γκεντ. «Είναι μια απλή ιστορία για την προσωπική ακεραιότητα που μου δίνει ελπίδα».

«Ελπίδα». Το άκουσμα της αξίζει, σκέφτηκα. Πέταξα στο Λονδίνο και συνάντησα την Κάθριν. Μέσα σε μία εβδομάδα άκουσα την όχι και τόσο απλή ιστορία της, έκανα ερωτήσεις, κράταγα σημειώσεις. Η ακεραιότητα της με ώθησε σε ένα κινηματογραφικό ταξίδι που αποκατέστησε την πίστη μου στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη δύναμη της ατομικής συνείδησης.

Συνείδηση, αυτή η μικρή φωνή, που δεν ακούμε πάντα, αλλά που όταν το κάνουμε, νικάμε τον κυνισμό και κάνουμε τον κόσμο ένα καλύτερο και πιο ευγενικό μέρος.                   Γκέβιν Χουντ, Απρίλιος 2019

Το ιστορικό μιας διαρροής
To 2003, το όνομα της Κάθριν Γκαν ήταν στα πρωτοσέλιδα. Η μεταφράστρια του Αρχηγείου Επικοινωνιών της βρετανικής Κυβέρνησης, με ειδικότητα στη μανδαρινική, έλαβε ένα e-mail το διάστημα πριν από την εισβολή στο Ιράκ. Σε αυτό το υπόμνημα, η Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας της αμερικανικής Κυβέρνησης ζητούσε επιτακτικά τη συνεργασία του Ηνωμένου Βασιλείου προκειμένου να κατασκοπεύσουν και να συλλέξουν πληροφορίες από κράτη μέλη του ΟΗΕ, με σκοπό να εκβιάσουν τη θετική τους ψήφο για την εισβολή στο Ιράκ. Τρομοκρατημένη, η Γκαν διέρρευσε το υπόμνημα, το οποίο έφτασε στην κατοχή του δημοσιογράφου του The Observer, Μάρτιν Μπράιτ.

Ακολούθησε μία εκτεταμένη έρευνα για την αυθεντικότητα του e-mail, με επικεφαλής τον Μπράιτ και τους συναδέλφους του, πριν η ιστορία δημοσιευθεί στις 2 Μαρτίου του 2003. Όταν το τμήμα της υπέστη εξονυχιστικό έλεγχο, η Γκαν ομολόγησε τη διαρροή και έχασε τη δουλειά της. Επίσης, συνελήφθη και κατηγορήθηκε για παραβίαση του Νόμου περί Κρατικού Απόρρητου.

«Οι πληροφοριοδότες είναι διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά τείνουν να είναι ασυνήθιστοι άνθρωποι» παρατηρεί ο Μπράιτ. «Είναι μοναχικοί. Είναι παράξενοι άνθρωποι. Η Κάθριν ήταν απίστευτα συνετή. Ήταν ξεκάθαρη στο γιατί έκανε ό,τι έκανε». Όπως τονίζει, η «ηθική» Γκαν διέρρευσε μόνο ένα αρχείο. «Αυτό την κάνει ξεχωριστή. Είναι κάποια που αποφάσισε να τοποθετηθεί πάνω σε ένα ζήτημα με μεγάλο τίμημα για την καριέρα της και την προσωπική της ζωή».

Καθώς η ιστορία μεταδόθηκε από τα μέσα ενημέρωσης, η φήμη της πράξης της διαδόθηκε. Ο Ντάνιελ Έλσμπεργκ, ο πληροφοριοδότης πίσω από τη διαβόητη διαρροή για την υπόθεση του Πεντάγωνου, είπε για την Γκαν: «Η πιο σημαντική και θαρραλέα διαρροή που έχω δει… κανείς άλλος, ούτε κι εγώ, δεν έχει κάνει αυτό που έκανε η Γκαν: είπε την αλήθεια με προσωπικό ρίσκο, πριν από έναν επικείμενο πόλεμο, πιθανώς για να τον αποτρέψει».

Δυστυχώς, οι ενέργειες της Γκαν δεν απέτρεψαν την εισβολή στο Ιράκ ή τις αμέτρητες ζωές που χάθηκαν. Μετά από έναν χρόνο αγωνίας, πήγε σε δίκη, με δικηγόρο υπεράσπισης τον ιδιαίτερα έμπειρο Μπεν Έμερσον. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι κατηγορίες αποσύρθηκαν, ενώ πολλοί υποψιάστηκαν ότι η κυβέρνηση δεν ήθελε να ρισκάρει περαιτέρω έκθεση μετά την άκαρπη έρευνα για την υπόθεση των όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ -που ήταν ένα από τα βασικά επιχειρήματα για την εισβολή.

«Ήταν μία σουρεαλιστική στιγμή» θυμάται η Γκαν. «Ήμασταν έτοιμοι για δίκη. Είχα δηλώσει ότι δεν θα αποδεχόμουν το κατηγορητήριο. Ήμασταν προετοιμασμένοι να το πάμε μέχρι τέλους. Ήταν σαν να τραβάμε το χαλί κάτω από τα πόδια μας. Ήμουν διαλυμένη. Από τη μία, ήμουν χαρούμενη γιατί σκέφτηκα το τσίρκο των μέσων ενημέρωσης που θα προέκυπτε αν πηγαίναμε σε δίκη και ότι το αποφύγαμε. Από την άλλη, σκέφτηκα ότι τα θέματα που θα παρουσιάζαμε στο δικαστήριο δεν θα είχαν την ευκαιρία να αποκαλυφθούν. Τίποτα από αυτά δεν θα περνούσε από εξονυχιστικό έλεγχο».

Η μεταφορά στο πανί
Τελικά, αυτά τα ζητήματα ερευνήθηκαν με άλλους τρόπους. Για την Γκαν, η διαδικασία της μεταφοράς της ιστορίας στη μεγάλη οθόνη άρχισε όταν η Μαρσία και ο Τόμας Μίτσελ της ζήτησαν να γράψουν ένα βιβλίο βασισμένοστις εμπειρίες της, το οποίο έγινε σενάριο από το συγγραφικό δίδυμο των Γκρέγκορι και Σάρα Μπερνστάιν.

Ο Νοτιοαφρικανός σκηνοθέτης του βραβευμένου με Όσκαρ Tsotsi, Γκάβιν Χουντ έλαβε το σενάριο. Τον συνεπήρε αυτή η ιστορία, που δεν ήταν αφηρημένη ή θεωρητική, όπως λέει. «Όταν διάβασα την ιστορία, ένιωσα ότι ήταν το παράθυρο προς ένα μεγάλο γεγονός μέσα από ένα άτομο. Είδα αυτήν την περίοδο με προσωπική ματιά, μέσα από την ιστορία ενός συνηθισμένου ανθρώπου, βρισκόμαστε σε μία απίστευτη κατάσταση».

Παρ’ όλα αυτά, ο Χουντ αναγνώρισε αμέσως τις δυσκολίες του να μεταφέρει τη οδύσσεια της Κάθριν σε ταινία. «Η δομική πρόκληση από σεναριακή και σκηνοθετική άποψη ήταν ότι δεν υπήρχε κλιμάκωση, δεν έγινε δίκη» λέει.

Ακόμα μεγαλύτερη δυσκολία προκαλούσε το γεγονός ότι στην πραγματικότητα η Κάθριν συνάντησε τον Μπράιτ λίγο πριν τη δίκη. Ο Μπράιτ δεν ήξερε ποιος διέρρευσε το υπόμνημα, μέχρι που τη συνέλαβαν. Αλλά ο Χουντ ήταν αποφασισμένος να μην παρασυρθεί σε μία πιο εύκολη εκδοχή. «Η πραγματική πρόκληση ήταν πώς θα πούμε την ιστορία με ακρίβεια, αλλά να είμαστε δραματικοί χωρίς να αποκλίνουμε από την αλήθεια για να κάνουμε μια χολιγουντιανή ταινία».

Η έρευνα ήταν κρίσιμη και ο Χουντ πέρασε έναν χρόνο να ψάχνει το ζήτημα. Πήρε συνεντεύξεις από τον Μάρτιν Μπράιτ και τους συναδέλφους του, που ασχολήθηκαν με το θέμα. «Ο Γκάβιν ήθελε να μείνει κοντά στα αληθινά γεγονότα, και όχι να αποδώσει ελεύθερα τα περιστατικά» σχολιάζει ο Μπράιτ. «Ήθελε όλα τα γεγονότα που αφορούσαν εμένα και τους συναδέλφους μου να αναπαρασταθούν όπως έγιναν».

Αυτό συμπεριέλαβε και τη φοβερή στιγμή όταν η εφημερίδα δημοσίευσε την ιστορία και η διαρροή θεωρήθηκε ψευδής γιατί είχε αγγλική και όχι αμερικάνικη ορθογραφία (το αποτέλεσμα του υπερβάλλοντας ζήλου ενός ασκούμενου που πέρασε το κείμενο από ορθογραφικό έλεγχο). «Αυτή η στιγμή με τον ορθογραφικό έλεγχο… είναι κάτι που δεν μπορείς να επινοήσεις» γελάει ο Χουντ. «Ήταν μία από τις χειρότερες στιγμές της δημοσιογραφικής μου καριέρας» λέει ο Μπράιτ. «Κωμικό και αποκρουστικό».

«Το σημαντικό, για την ακεραιότητα της ταινίας, ήταν να εξασφαλίσουμε ότι η ιστορία είχε ειπωθεί με σοβαρότητα. Προφανώς, συμπυκνώνοντας σε δίωρη ταινία μια σειρά από γεγονότα που συνέβησαν σε έναν χρόνο, επιλέγεις πού θα επικεντρωθείς, αλλά τα γεγονότα πρέπει να είναι ακριβή σε ταινία αυτού του είδους».

Ο Χουντ πέρασε χρόνο με τον δικηγόρο Μπεν Έμερσον. «Όταν συνάντησα τον Μπεν, ήταν λίγο τρομαχτικός γιατί μιλάει γρήγορα, εύστροφα και δεν ανέχεται τους ανόητους» λέει ο σκηνοθέτης.

Ο Χουντ πήρε πολλές συνεντεύξεις από την Κάθριν Γκαν. «Όταν τη συνάντησα την πρώτη φορά, ήταν δύσκολο να κερδίσω την εμπιστοσύνη της» παραδέχεται ο σκηνοθέτης. «Κάθισα μαζί της για πέντε μέρες. Κάθε μέρα, δουλεύαμε για πέντε ώρες. Μέσα σε αυτό το διάστημα, κέρδισα την εμπιστοσύνη της. Την άφηνα να λέει τι συνέβη χωρίς να προσπαθώ να το αλλοιώσω για χάρη μιας πιο χολιγουντιανής προσέγγισης».

Η Γκαν σύντομα έπαψε να είναι επιφυλακτική. «Είναι γεμάτος ενέργεια, παθιασμένος και αποφασισμένος να τα καταλάβει όλα» λέει η Γκαν. «Περάσαμε μια εβδομάδα και τα συζητήσαμε όλα και ήθελε όλες τις λεπτομέρειες».

Οι δυο τους συζήτησαν αναλυτικά τη ροή των γεγονότων που έλαβαν χώρα σε έναν χρόνο. «Είναι δύσκολο να παρουσιαστούν σε μία δίωρη ταινία» λέει η Γκαν. Πολλές εμπειρίες της ήταν προσωπικές. «Έχασα όλους μου τους φίλους. Ήταν πολύ μοναχικό».

Ένα άλλο σημαντικό θέμα αφορούσε τον σύζυγο της, τον Γιασάρ, που σχεδόν απελάθηκε ως αποτέλεσμα της διαρροής, αλλά σώθηκε στο παρά πέντε. Για τον Χουντ, ήταν κρίσιμο να το αποδώσει αυτό για να δείξει την αληθινή αγάπη ανάμεσα τους, που κλονίστηκε από τη διαρροή. «Η συμφιλίωση ήταν η απόδειξη της αγάπης τους, της σύνδεσης τους, καθώς δεν του είχε πει ότι θα διέρρεε το υπόμνημα, με αποτέλεσμα να είναι, αρχικά, πολύ θυμωμένος μαζί της».

Οι απόπειρες του Χουντ να αποδώσει την ιστορία σωστά, εντυπωσίασαν τον Μπράιτ. «Το σενάριο αιχμαλωτίζει το πώς είναι να δημοσιεύεις ένα μεγάλο θέμα» λέει. «Είχαμε πολλές συζητήσεις για τη δυναμική του ειδησεογραφικού τμήματος, γιατί ένα από τα πιο εξοργιστικά πράγματα για έναν δημοσιογράφο είναι να βλέπει ότι στις ταινίες δεν αποδίδεται σωστά η πραγματικότητα. Οπότε προσέξαμε πολύ να παρουσιαστεί με ακρίβεια η ζωή στο ειδησεογραφικό». 

Όταν οι ρόλοι είναι αληθινοί χαρακτήρες
«Όταν έχεις να κάνεις με αληθινούς χαρακτήρες, τόσο έξυπνους και μοναδικούς με προσωπικότητα όπως του Μπεν Έμερσον ή με την ευφυία, την ευγένεια και την αποφασιστικότητα ενός ρεπόρτερ όπως ο Μάρτιν Μπράιτ, ή με το θάρρος, την ακεραιότητα κάποιας σαν την Κάθριν Γκαν, πρέπει να βρεις ηθοποιούς που έχουν οι ίδιοι αυτές τις αξίες» λέει ο Χουντ για την επιλογή των ηθοποιών.

Η πρώτη που ανέλαβε ήταν η δύο φορές υποψήφια για Όσκαρ Κίρα Νάιτλι, η οποία υποδύθηκε τον ρόλο της Κάθριν Γκαν. Η ηθοποιός ήταν 17 όταν ξέσπασε ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003 και παραδέχεται ότι δεν θυμόταν την ιστορία της Γκαν. «Δεν τη θυμόμουν. Ήμουν πολιτικοποιημένη, αλλά βρισκόμουν στην Αμερική και προφανώς δεν το είχαν καλύψει ιδιαίτερα ειδησεογραφικά. Είναι μια σημαντική ιστορία».

Σε ό,τι αφορά την έρευνα, η Νάιτλι διάβασε το βιβλίο των Μαρσία και Τόμας Μίτσελ και μελέτησε κυβερνητικά αρχεία της περιόδου που είναι πια στη διάθεση του κοινού. «Κατάλαβα το παρασκήνιο που χρειαζόμουν για να παίξω τον ρόλο, απέκτησα όλη τη γνώση που την έκανε σίγουρη ότι η διαρροή ήταν το σωστό».

Ενώ η ηθοποιός πέρασε χρόνο με την Γκαν, δεν ήταν εύκολο να αποσπάσει πληροφορίες. «Είναι δύσκολο γιατί υπόκειται ακόμα στον Νόμο περί Κρατικού Απόρρητου. Δεν είμαι δημοσιογράφος, είμαι ηθοποιός. Οπότε δεν την πίεσα να αποκαλύψει παραπάνω στοιχεία από αυτά που είχε μοιραστεί για το σενάριο».

Η συνάντηση με τη Νάιτλι ήταν παράξενη και για την Γκαν. «Τη συνάντησα πριν το γύρισμα, γιατί ήθελε να με δει» θυμάται. «Πήγαμε για φαγητό με τον Γκάβιν και χαλάρωσα αμέσως, γιατί μόλις μπήκε ήρθε και με πήρε αγκαλιά! Είχε πολλές ερωτήσεις. Ήθελε να μάθει τα πάντα για το πώς ένιωθα τότε και τι περνούσε από το μυαλό μου».

Για τον ρόλο του Μάρτιν Μπράιτ, ο σκηνοθέτης επέλεξε τον Ματ Σμιθ, που πρωταγωνιστεί στο TheCrown. «Είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Γυναίκες που παίρνουν τον λόγο και τοποθετούνται… είναι πολύ επίκαιρη» λέει ο ηθοποιός.

Έχοντας υποδυθεί πραγματικούς χαρακτήρες στο παρελθόν, ο Σμιθ ήταν έτοιμος για αυτό που θα ακολουθούσε. «Δεν είναι σαν τον Πρίγκιπα Φίλιππο ή τον Τσαρλς Μάνσον, όπου μπορείς να αποδώσεις μια αίσθηση του χαρακτήρα» λέει ο ηθοποιός.

Ένα άλλο σημαντικό πρόσωπο ήταν ο δύο φορές υποψήφιος για Όσκαρ Ραλφ Φάινς, που ανέλαβε τον ρόλο του δικηγόρου Μπεν Έμερσον. «Είναι μια σημαντική ιστορία, ακόμα επίκαιρη για τη διαφάνεια της κυβέρνησης ή την έλλειψη της διαφάνειας» σχολιάζει ο Φάινς.

Πέρασε χρόνο με τον Έμερσον. «Έχει έντονη παρουσία και μπορεί να γίνει τρομαχτικός όταν θέλει» λέει ο Φάινς. «Μέσα σε λίγα λεπτά συνομιλίας, νιώθεις τη δύναμη κάποιου που θα αναλάβει δύσκολες υποθέσεις, γιατί είναι ηθικά σωστό».

Για τον Χουντ ήταν σημαντικό να έχει έναν ηθοποιό σαν τον Φάινς στον ρόλο του δικηγόρου, ακόμα κι αν εμφανίζεται αργότερα στην πλοκή. «Ήθελα μια σημαντική παρουσία να αναλάβει τα ηνία στην τελευταία πράξη» παρατηρεί. «Έχεις τον Ματ Σμιθ να παίζει σε υψηλούς τόνους στις δύο πρώτες πράξεις και χρειάζεσαι κάποιον εξίσου δυνατό στο τέλος».

Όπως παρατηρεί η Νάιτλι, η ιστορία της Γκαν ήταν πόλος έλξης για πολύ σημαντικούς ηθοποιούς. «Είχαμε ανθρώπους που ερχόντουσαν για να κάνουν μία σκηνή και ήταν καταπληκτικοί ηθοποιοί, που απλώς ήθελαν να συμμετέχουν στην ταινία… Μας έδωσαν φοβερή ενέργεια».

Η τελευταία πράξη
Η Γκαν, που τώρα πια κατοικεί με την οικογένεια της στην Τουρκία, είδε την ταινία σε ένα ταξίδι στο Λονδίνο. «Όταν την είδα, πολλά στοιχεία ήταν εύστοχα» λέει. «Μου έφερε σκηνές στο μυαλό και ήταν παράξενο να τις βλέπω να παίζονται μπροστά μου… ήταν σαν ρόλερ κόστερ».

Είδε την ταινία με συγγενείς, του πατέρα της συμπεριλαμβανομένου. «Λέγαμε όλοι πόσο θυμωμένοι είμαστε. Ελπίζω ότι οι άνθρωποι θα καταλάβουν ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Συνεχίζεται το ίδιο τα τελευταία 15 χρόνια και αυτό είναι σοκαριστικό. Υπάρχει μια νέα γενιά που δεν το έχει καταλάβει, γιατί ήταν κάτω από 10 ετών όταν συνέβη».

Όπως το θέτει ο Μπράιτ, η ιστορία της Γκαν και του Ιράκ είχε τεράστιες επιπτώσεις. «Αυτός είναι ένας πόλεμος που διέφθειρε όλους τους βασικούς θεσμούς μας, το δικαστικό σύστημα, το πολιτικό σύστημα, τις υπηρεσίες πληροφοριών και τον Tύπο. Οπότε συνεχίζει να έχει μεγάλη επίδραση στη δημόσια ζωή. Αν υπάρχει ένας κεντρικός πυρήνας στην ιστορία αυτή, είναι αυτό. Αυτό που αποκάλυψε η Κάθριν δεν ήταν απλώς μια λάθος πράξη. Αυτό που αποκάλυψε ήταν κάτι κακό στην καρδιά των εθνικών και διεθνών μας θεσμών».

Όσο δύσκολη κι αν ήταν η διαδικασία, η Γκαν χαίρεται που η έλλειψη διαφάνειας της βρετανικής κυβέρνησης θα αποκαλυφθεί εκ νέου με την κυκλοφορία της ταινίας. «Τι ορίζει το εθνικό συμφέρον; Πολλά ισοπεδώνονται κάτω από αυτή την έννοια. Ποιος αποφασίζει τι είναι προς το εθνικό μας συμφέρον;» λέει η Γκαν.

Ο Ραλφ Φάινς συνοψίζει τα πάντα με μία πρόταση: «Αυτό το θάρρος είναι πραγματικά σπάνια υπόθεση».

Η ταυτότητα της ταινίας:
Σκηνοθεσία: Γκάβιν Χουντ
Σενάριο (βασισμένο σε βιβλίο των Μαρσία και Τόμας Μίτσελ): Γκρέγκορι και Σάρα Μπερνστάιν, ΓκάβινΧουντ
Πρωταγωνιστούν: Κίρα Νάιτλι, Ματ Σμιθ, Ραλφ Φάινς, Ρις Ίφανς, Ίντιρα Βάρμα, Κάθριν Κέλι, Μάθιου Γκουντ
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Φλόριαν Χοφμάιστερ
Σχεδιασμός Παραγωγής: Σάιμον Ρότζερς
Μοντάζ: Μέγκαν Χιλ
Μουσική: Πολ Χέπκερ, Μαρκ Κίλιαν 

Στις 24 Οκτωβρίου 2019 στους κινηματογράφους από την Tanweer