Το μεγάλο  «μπαμ» δεν έγινε στην Ολλανδία. Ο γραφικός ακροδεξιός Βίλντερς δεν κατάφερε να πάρει την πρωτιά στις χτεσινές εκλογές. Με ισχυρό φίνις, ο κεντροδεξιός πρωθυπουργός της Ολλανδίας Μαρκ Ρούτε διέψευσε τις δημοσκοπήσεις κι έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση με σχετική άνεση. Γιούνγκερ και Μέρκελ πανηγύρισαν, ενώ σε όλη την Ευρώπη εκφράζεται ή αίσθηση ότι γλιτώσαμε τα χειρότερα.

Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι:

1.    Για να ηττηθεί ο Βίλντερς χρειάστηκε η πολύ μεγάλη κινητοποίηση του εκλογικού σώματος που θέλησε να του φράξει το δρόμο. Πολλοί ψήφισαν εναντίον του Βίλντερς και όχι υπέρ του κόμματος που εντέλει επέλεξαν. Η κρίση των παραδοσιακών κομμάτων σε καμιά περίπτωση δεν ανατάχθηκε.

2.    Για να νικήσει  ο Ρούτε, δανείστηκε κάτι από Βίλντερς, κλιμακώνοντας την ένταση με τον Ερντογάν. Χωρίς να μπαίνουμε σε θεωρίες συνωμοσίας, είναι προφανές ότι η ολλανδοτουρκική ένταση ευνόησε τόσο τον Ρούτε όσο και τον Ερντογάν.

3.    Το κόμμα του Ρούτε (Λαϊκό Κόμμα για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία) έχασε 10 έδρες, ενώ του συγκυβερνών Εργατικό Κόμμα του Γερούν Ντάισεμπλουμ καταποντίστηκε (από τις 38 στις 9). Επομένως, ούτε οι Ολλανδοί είναι ενθουσιασμένοι με την πολιτική λιτότητας.

Εν ολίγοις, μπορεί να γλιτώσαμε τα χειρότερα, αλλά όλες οι παθογένειες που δημιούργησαν το «φαινόμενο Βίλντερς» είναι πάντα εδώ: Η διαρκής υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των Ευρωπαίων πολιτών, η κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού προσωπικού, το δημοκρατικό έλλειμμα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Αν η ευρωπαϊκή ελίτ θεωρήσει ότι η ψήφος των Ολλανδών της δίνει «πράσινο φως» για να συνεχίσει να κυβερνάει όπως σήμερα, τότε τα χειρότερα, που αποφύγαμε χτες, θα τα βρούμε σύντομα μπροστά μας.