Μετά την θερινή «ραστώνη» και ενώ η χώρα έδειξε μετά το κλείσιμο της αξιολόγησης πως μπορεί να τα καταφέρει έρχεται και πάλι η ώρα των διαπραγματεύσεων.

Οι θεσμοί ή για να ακριβολογούμε κάποια τεχνικά τους κλιμάκια θα επιστρέφουν από Σεπτέμβρη στην Αθήνα για να συζητήσουν με την ελληνική κυβέρνηση όλα τα εκκρεμή θέματα και κυρίως να αξιολογήσουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας με βάση το «αυστηρό» πλαίσιο το οποίο έχουν ήδη συναποφασίσει.

Η ατζέντα περιέχει καυτά θέματα όπως οι συγχωνεύσεις και καταργήσεις επιδομάτων οι οποίες είναι δρομολογημένες , ενόψει της καθολικής εφαρμογής του Κοινωνικού Επιδόματος Αλληλεγγύης.

Επιπλέον θα πρέπει να επιταχυνθούν οι διαδικασίες για άνοιγμα αγορών και επαγγελμάτων, και ενδεχομένως να ξεκινήσουν συζητήσεις για το εργασιακό αφού το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο θα εξαντλήσει κάθε περιθώριο να επαναφέρει και να επιβάλει ένα από τα αγαπημένα του θέματα που σκάλωσαν στις προηγούμενες αξιολογήσεις πριν τον επώδυνο τοκετό για την αποχώρηση ή την παραμονή του στο πρόγραμμα. Ως προς το άλλο μεγάλο θέμα και σημαντικό για την πατρίδα μας που απασχολεί το ΔΝΤ, μιλάμε βέβαια για το θέμα της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους αυτό σίγουρα δεν μπορεί να ανοίξει όσο στη Γερμανία επικρατούν οι ίδιες συντηρητικές αντιλήψεις που αρνούνται να συζητήσουν καν το ζήτημα.

Για τον λόγο αυτό το αποτέλεσμα των γερμανικών εκλογών της 24ης Σεπτεμβρίου αποκτά και αφορά και την χώρα μας αφού η επικράτηση των ίδιων προσώπων αφήνει ελάχιστα περιθώρια αισιοδοξίας για αλλαγή «πλεύσης» από το Βερολίνο. Άλλωστε η γερμανική πλευρά έχει τονίσει επανειλημμένως πως το θέμα αυτό θα συζητηθεί μετά το τέλος του ελληνικού προγράμματος τον Αύγουστο δηλαδή του 2018.

Είναι φανερό πως η ελληνική κοινωνία δεν αντέχει πλέον καμιά καθυστέρηση που θα επιβαρύνει και άλλο την ήδη κακή καθημερινότητά της. Συνιστούμε λοιπόν σε όλους τους εμπλεκομένους στις συζητήσεις να επιδείξουν τον πρέπον σεβασμό σε έναν λαό που έχει υποστεί τα πάνδεινα (και κατά δική τους ομολογία) την τελευταία επταετία. Η Ελλάδα προφανώς και πρέπει να επιταχύνει να κάνει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις για να φύγει η χώρα μπροστά και να γίνουμε επιτέλους ένα κανονικό δυτικό κράτος.

Όμως και οι θεσμοί θα πρέπει να αντιληφθούν πως τα «πειράματά» τους πρέπει να έχουν θετικό αντίκτυπο σε μια κοινωνία που στενάζει. Γιατί όταν ο ασθενής βλέπει την υγεία του να επιδεινώνεται , ακόμα και όταν το φάρμακο είναι το «σωστό» απογοητεύεται και δυσανασχετεί. Και οι Έλληνες είναι και απογοητευμένοι και οργισμένοι και όχι αδίκως.