Εικόνα πλήρους εγκατάλειψης παρουσιάζει το σπίτι όπου έζησε ο μεγάλος Ελληνας ποιητής Νίκος Καρούζος (1926-1990) στο Ναύπλιο. Τη θλιβερή εικόνα συνθέτουν σπασμένα παράθυρα, ξηλωμένοι σοβάδες, βρόμικοι τοίχοι γεμάτοι υγρασία, ρούχα και ανάκατα σκουπίδια στο πάτωμα, με τα έπιπλα που άφησε ο ποιητής να είναι διαλυμένα. Καθώς οι λίγες απόπειρες που έγιναν στο παρελθόν για να μετατραπεί το οίκημα σε πολιτιστικό κέντρο ή μουσείο έπεσαν στο κενό, σήμερα η μονοκατοικία του Καρούζου αποτελεί καταφύγιο για τοξικομανείς και αστέγους της πόλης.

Το σπίτι του Καρούζου βρίσκεται στο κέντρο του Ναυπλίου, κοντά στο πάρκο, στο αστυνομικό τμήμα και το μητροπολιτικό μέγαρο. Παρότι, ιδίως την καλοκαιρινή περίοδο που λειτουργούν παρακείμενα καταστήματα και καφετέριες, αποτελεί πολυσύχναστο σημείο, λίγοι είναι οι άνθρωποι που κοντοστέκονται στο -αγνώριστο πλέον- σπίτι του Καρούζου.

«Το σπίτι είναι σε αυτήν την κατάσταση δέκα χρόνια, ίσως και παραπάνω. Μπαίνουν τοξικομανείς, περιθωριακά άτομα αλλά και άστεγοι που ψάχνουν μια γωνιά να κοιμηθούν. Εχουν μάλιστα μοιράσει τα δωμάτια, σαν να χώρισαν το σπίτι σε πτέρυγες» λέει στην εφημερίδα «δημοκρατία» ο φωτογράφος Βαγγέλης Μπουγιώτης, που φωτογράφησε τις εικόνες ντροπής. «Είναι ένα οίκημα που έχει υποφέρει πολλά, ακόμη και φωτιά που κατέστρεψε ένα από τα δωμάτια. Θυμάμαι επίσης ότι πριν από τρία, τέσσερα χρόνια είχε πεθάνει και ένας άνθρωπος, ίσως τοξικομανής, εκεί» σημειώνει.

Από το 1990, όταν άφησε την τελευταία του πνοή ο ποιητής, κανείς από τους αρμοδίους δεν έκανε επίμονες προσπάθειες για να αποκαταστήσει τη μονοκατοικία. Ο κύριος λόγος, σύμφωνα με τον κ. Μπουγιώτη, είναι το σύνθετο ιδιοκτησιακό καθεστώς. «Είναι πολλοί οι κληρονόμοι, περίπου είκοσι τον αριθμό, και δεν μπορούν να συμφωνήσουν αν, για παράδειγμα, θα το παραχωρήσουν. Πριν κάποια χρόνια είχε ενδιαφερθεί ο Δήμος Ναυπλίου για να το αξιοποιήσει ως πολιτιστικό κέντρο, όμως δεν κατάφερε να τα βρει με τους κληρονόμους» μας είπε. Ακόμη και οι ιδιοκτήτες, σύμφωνα με πληροφορίες, επισκέπτονται πολύ σπάνια τον χώρο, μόνο για να αλλάξουν κλειδαριές, που λίγες ημέρες αργότερα θα σπάσουν ξανά, για να αντικατασταθούν στη συνέχεια.