Αναληθή χαρακτηρίζει τα στερεότυπα στα οποία βασίζονται οι κατηγορίες κατά των Ελλήνων από τους Ευρωπαίους εταίρους τους ο σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου, Ρίτσαρντ Πάρκερ σε άρθρο του στους Financial Times.  Ο καθηγητής Δημόσιας Πολιτικής στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ περιγράφει την εμπειρία του από την ανάμιξή του στο κυβερνητικό έργο παραδεχόμενος ότι η Ελλάδα χρειάζεται μεταρρυθμίσεις, κάτι που όπως σημειώνει γνώριζε και ο Γιώργος Παπανδρέου και ο ελληνικός λαός. Τονίζει ωστόσο ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα στην ελληνική περίπτωση ήταν ο πανικός της Ευρώπης και η επιθετική ηθικολογία που προκαλούν οι οικονομικές κρίσεις.

«Οι Έλληνες περιγράφηκαν ως φοροφυγάδες, τεμπέληδες και αντίθετοι στην επιχειρηματικότητα και η κυβέρνησή τους ως υπερχρεωμένη, διογκωμένη και διεφθαρμένη, με αποτέλεσμα την ταπείνωση. Όμως σχεδόν κανένα από αυτά τα ηθικολογικά στερεότυπα δεν ήταν αληθές», σχολιάζει ο καθηγητής Ρίτσαρντ Πάρκερ.

Όπως εξηγεί, οι φόροι αναλογούν στο 1/3 του ΑΕΠ, κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στην Ελλάδα υπάρχουν περισσότερες μικρές επιχειρήσεις κατά κεφαλή από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη, ενώ η απασχόληση του 1/5 του εργατικού δυναμικού στο δημόσιο τομέα συνάδει επίσης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όσο για τη διαφθορά, αποτελεί όντως πρόβλημα αλλά επικεντρωμένη κατά έναν παράδοξο για τους μη-Έλληνες τρόπο στον τομέα της υγείας.

Το βασικό πρόβλημα του ελληνικού κράτους, κατά τον Ρίτσαρντ Πάρκερ, είναι η έλλειψη τεχνολογικής υποδομής και ικανής διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων. Αναφέρει ενδεικτικά ότι δεν υπήρχε μηχανογράφηση δημοσιονομικών στοιχείων, μητρώων κοινωνικής ασφάλισης και τίτλων ιδιοκτησίας, ενώ η ανταλλαγή απλών στοιχείων μεταξύ υπουργείων ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

Ο σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού εκτιμά ότι η Ελλάδα θα προωθήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, όπως ήδη έχει αρχίσει να κάνει. Ωστόσο, η απουσία σχεδίου ανάπτυξης στην πολιτική λιτότητας που επιβάλλεται επιφυλάσσει για τη χώρα ένα «μακρύ, σκοτεινό μονοπάτι» που ενδεχομένως οδηγεί στην πτώχευση.

Τάσσεται τέλος υπέρ της μελλοντικής διαγραφής μέρους του ελληνικού χρέους κατά 40% με 60%, κάτι που εκτιμά ότι κρύβει λιγότερους κινδύνους από τη στιγμή που το ελληνικό χρέος έχει περάσει κυρίως σε κρατικούς ισολογισμούς.

Πηγή: skai.gr