Μετά από μια σε βάθος μελέτη του ελληνικού δημοσίου, οι εμπειρογνώμονες της Task Force κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η δομή του ελληνικού κράτους συνιστά μια σχιζοφρενική κατάσταση. Ως εκ τούτου, το σχέδιο που προτείνουν για την αναδιάρθρωση του προβλέπει να στηθούν οι υπηρεσίες του κράτους από το μηδέν. Μεταξύ άλλων, προτείνεται κατάργηση ειδικών γραμματειών και οργανισμών των υπουργείων, αξιολόγηση προσωπικού και ανακατανομή αρμοδιοτήτων, εκχώρηση αρμοδιοτήτων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και μταφορά τομέων σε ιδιώτες.  

Σύμφωνα με το σχέδιο της Task Force, κάθε υπουργείο:  
  • Θα έχει μία γενική γραμματεία
  • Οι γενικές διευθύνσεις σε κάθε γενική γραμματεία δεν θα πρέπει να ξεπερνούν τις τρεις
  • Οι διευθύνσεις κάθε γενικής διεύθυνσης θα είναι ως επτά
  • Επτά θα είναι και τα τμήματα κάθε διεύθυνσης
Στο νέο σχήμα θα ενταχθούν και οι υπάλληλοι που υπηρετούν σήμερα στις ειδικές γραμματείες και στα αυτοτελή γραφεία.   

Το σχήμα θα οδηγήσει σε ευρείες ανακατατάξεις, όπως για παράδειγμα στο υπουργείο Μεταφορών στο οποίο καταγράφηκαν 45 διευθύνσεις που εποπτεύονται από 13 γενικές διευθύνσεις.

Η κυβέρνηση ταυτόχρονα με την αναδιάρθρωση των δομών, όπως προκύπτει από την πρόταση της Task Force, θα προχωρήσει και σε ριζική ανακατανομή των αρμοδιοτήτων των υπουργείων.  
Τούτο διότι, σύμφωνα με τα ευρήματα σχετικής έρευνας, οι επιτελικές αρμοδιότητες δεν ασκούνται σήμερα από τα υπουργεία αλλά από νομικά πρόσωπα που έχουν συσταθεί με στόχο την εξυπηρέτηση κυρίως πελατειακών σχέσεων.   

Ενδεικτικό είναι ότι ένα σημαντικό ποσοστό των αρμοδιοτήτων (περίπου το 37%) έχουν εκχωρηθεί με νομοθετικές πράξεις ή υπουργικές αποφάσεις, χωρίς δηλαδή να υποστούν τον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, γεγονός που όπως αναφέρεται «προκαλεί προβληματισμό τόσο για τη νομική όσο και, κυρίως, για την οργανωτική και διοικητική του ορθότητα και ποιότητα».

Ήδη έχουν καταμετρηθεί 27.995 αρμοδιότητες μόνο σε επίπεδο κεντρικής διοίκησης με αποτέλεσμα η Ελλάδα να κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης των «27» όσον αφορά την εξυπηρέτηση των πολιτών.   

Από το σύνολο των αρμοδιοτήτων οι 10.765 είναι επιτελικές, αν και δεν ασκούνται από τα υπουργεία, αλλά κυρίως από νομικά πρόσωπα των υπουργείων, οι 9.816 είναι υποστηρικτικές, οι 998 παροχικές και οι 1.563 ελεγκτικές.  

Εκτός τούτου, έχουν καταμετρηθεί 1.563 διαδικασίες αυτοψιών και ελέγχων που συνοδεύουν τις χορηγήσεις αδειών σε επιχειρήσεις και πολίτες. Οι διαδικασίες αυτές δημιουργούν μία παράλληλη γραφειοκρατία «που χαρακτηρίζεται από συγχύσεις, περιττά διοικητικά βάρη και έλλειψη επιχειρησιακής λογικής, αφού οι περισσότερες από αυτές περιορίζονται στον έλεγχο νομιμότητας και δεν υπεισέρχονται στον απολύτως αναγκαίο έλεγχο της ποιότητας των αποτελεσμάτων».    

Κόστους 10 δισ. ευρώ η γραφειοκρατία


Από την άλλη πλευρά, έχει εκτιμηθεί ότι η γραφειοκρατία προκαλεί επιβάρυνση ύψους περίπου 10 δισ. ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό και η μείωσή της κατά 25% μπορεί να επιφέρει εξοικονόμηση πόρων αξίας 1 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ.

Η γραφειοκρατία είναι πράγματι ένα «τέρας» που περιορίζει κατά περίπου 7% το ΑΕΠ και θέτει φραγμούς στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και στην προσέλκυση επενδύσεων. Αν η κυβέρνηση είχε καταπολεμήσει τη γραφειοκρατία δεν θα χρειαζόταν να προχωρήσει σε μειώσεις των κατώτατων μισθών και σε περικοπή των συντάξεων.

Οι εμπειρογνώμονες της Task Force προτείνουν, κατ' αρχάς, ανακατανομή των αρμοδιοτήτων, που θα παραμείνουν στην κεντρική διοίκηση και δεν θα εκχωρηθούν στους δήμους, στις περιφέρειες και στους ιδιώτες, μέσω των νέων οργανισμών των υπουργείων.   

Παράλληλα, για να απλοποιηθεί το πολυδαίδαλο διοικητικό σύστημα εξετάζεται και η κωδικοποίηση των υφιστάμενων αρμοδιοτήτων, έτσι ώστε να υπάρχει σαφής εικόνα του «ποιος κάνει τι σε κάθε υπουργείο».

Εκτιμάται πάντως ότι η δημοσιονομική κρίση μπορεί να συμβάλει θετικά σε αυτή την κατεύθυνση, καθώς οδηγεί στη λήψη μέτρων μείωσης του διοικητικού κόστους. Ετσι σχεδόν όλες οι εκτελεστικές και παροχικές αρμοδιότητες που ασκούνται σήμερα από τα υπουργεία και αφορούν αδειοδοτήσεις και εν γένει την εξυπηρέτηση των πολιτών θα μεταφερθούν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, ενώ μία σειρά τομείς του Δημοσίου, όπως η καθαριότητα και οι υπηρεσίες προμηθειών, θα εκχωρηθούν στον ιδιωτικό τομέα.   

Η εκχώρηση αρμοδιοτήτων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, όπως επισημαίνουν στελέχη του υπουργείου, θα καταβληθεί προσπάθεια να συνοδευτεί και με απλοποίηση των διαδικασιών.  

Αξιολόγηση υπαλλήλων
 

Σε μαζικές μετακινήσεις και απολύσεις μέσω του καθεστώτος της εργασιακής εφεδρείας, που θα προσλάβει μόνιμο χαρακτήρα ώστε να επιτευχθεί η απαίτηση της τρόικας για 150.000 αποχωρήσεις υπαλλήλων ως το 2015, θα οδηγήσει η αξιολόγηση του προσωπικού του Δημοσίου.   

Η διαδικασία της αξιολόγησης αναμένεται να ξεκινήσει αμέσως μετά την ολοκλήρωση της οργανωτικής αναδιάρθρωσης των υπουργείων, από την οποία θα προκύψει σαφής εικόνα για τις ανάγκες στελέχωσης των νέων υπηρεσιών και κυρίως για τις δεξιότητες που απαιτούνται για την κάλυψη των νέων θέσεων που θα προκύψουν.

Γεγονός είναι πάντως ότι η αλλαγή του ρόλου των υπουργείων, που καλούνται πλέον να επιτελούν επιτελικές κυρίως λειτουργίες, απαιτεί τη στελέχωσή τους με προσωπικό υψηλής κατά κανόνα κατάρτισης. Αυτό θα είναι και το πρώτο κριτήριο για την αξιολόγηση του προσωπικού ώστε να αποφευχθεί στο μέλλον το φαινόμενο κρίσιμοι τομείς του κράτους να στελεχώνονται με υπαλλήλους Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όπως συμβαίνει σήμερα.   

Έτσι, το ποσοστό των υπαλλήλων Δευτεροβάθμιας και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης - καλύπτουν σήμερα το 32% των θέσεων των υπουργείων - θα μειωθεί δραστικά με την κατάργηση των οργανικών τους θέσεων. Οι υπάλληλοι που υπηρετούν σε αυτές τις θέσεις είτε θα μετακινηθούν είτε θα πάρουν τον δρόμο της απόλυσης.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η κινητικότητα των δημοσίων υπαλλήλων η κυβέρνηση προτίθεται να προχωρήσει και σε κατάργηση των 1.347 ξεχωριστών κλάδων που υπάρχουν σήμερα στη Δημόσια Διοίκηση και να συστήσει διυπουργικούς κλάδους. Σε αυτούς ύστερα από αξιολόγηση θα εντάσσονται οι υπάλληλοι που πληρούν τις προϋποθέσεις και οι οποίοι θα μπορούν εν συνεχεία να υπηρετούν σε όποιον φορέα της διοίκησης προκύπτει ανάγκη στελέχωσης.

Η αξιολόγηση των υπαλλήλων, από την άλλη πλευρά, δεν θα γίνει με βάση τα υφιστάμενα καθηκοντολόγια και προσοντολόγια. Ούτε βεβαίως μόνο με βάση τα τυπικά προσόντα, όπως είναι ο χρόνος υπηρεσίας, η οικογενειακή κατάσταση κ.ά., που αναγράφονται στους ατομικούς φακέλους τους.   
Οι δημόσιοι υπάλληλοι, με άλλα λόγια, θα αξιολογηθούν ως προς την καταλληλότητά τους να υπηρετήσουν σε μια θέση όχι μόνο βάσει των τυπικών προσόντων τους.


Πηγή: Το Βήμα της Κυριακής