Με ξεχωριστές εκδηλώσεις και έθιμα γιορτάζουν την 25η Μαρτίου οι κάτοικοι ορισμένων περιοχών της Ελλάδας, καθώς δεν περιορίζονται μόνο σε θείες λειτουργίες, καταθέσεις στεφάνων και παρελάσεις. Συγκεκριμένα, στο Ελατοχώρι του νομού Πιερίας, την παραμονή του Ευαγγελισμού, ομάδες μικρών παιδιών και νεαρών
ατόμων, έχοντας κρεμασμένα στο λαιμό κουδούνια από τα κοπάδια των προβάτων και κρατώντας στα χέρια φωτιές, γυρίζουν στους δρόμους του χωριού.

Σε κάθε σπίτι χτυπούν δυνατά τα κουδούνια, κάνοντας εκκωφαντικό θόρυβο και φωνάζοντας δυνατά να «φύγουν τα φίδια, να φύγουν οι σαύρες, έρχεται ο Ευαγγελισμός με το σπαθί στο χέρι», ενώ στη συνέχεια συγκεντρώνονται στην πλατεία του χωριού και στήνουν μεγάλο γλέντι με κρασί και εδέσματα.

«Το έθιμο κρατάει από την εποχή της τουρκοκρατίας έως και σήμερα. Τα παιδιά γυρνούν σε όλο το χωριό, ενώ οι μεγαλύτεροι μαζεύουμε κέδρα στην πλατεία του χωριού. Εκεί ανάβουμε μεγάλες φωτιές και πηδάμε πάνω από τις φλόγες, ενώ καλωσορίζουμε την άνοιξη με χορούς και παραδοσιακά τραγούδια», ανέφερε ο πρόεδρος της τοπικής κοινότητας Ελατοχωρίου Νικόλαος Γκλάρας.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε περιοχές της Ηπείρου, την παραμονή του Ευαγγελισμού. Τα παιδιά ξεχύνονται στα χωράφια, χτυπώντας κατσαρόλες και άλλα μαγειρικά σκεύη. Έτσι, ο θόρυβος διώχνει τα φίδια, που την συγκεκριμένη ημέρα ξυπνούν από τη χειμερία τους νάρκη.

Αντίθετα, στη Σκιάθο, το νησί των Σποράδων, τα τελευταία χρόνια αναβιώνουν την 25η Μαρτίου τα έθιμα «εωθινό» και «λαμπαδηφορία». Το εωθινό σημαίνει το εορταστικό ξύπνημα του νησιού, ανήμερα της γιορτής, στις 5 η ώρα το πρωί. Σε αυτή την εκδήλωση γιορτάζεται η Απελευθέρωση του Γένους.

Η λαμπαδηφορία γίνεται στις 8:30 το βράδυ, όπου μαθητές και ενήλικες ξεχύνονται στους δρόμους με λαμπάδες και κεριά. Πρόκειται για ένα έθιμο που πηγάζει από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και συνδυάζει την ανάσταση του Χριστού με την ανάσταση του Γένους, παραλληλίζοντας το Άγιο Φως με το φως της ελευθερίας.

Η ιστορία του μπακαλιάρου


Ως έθιμο για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου καθιερώθηκε και ο μπακαλιάρος με σκορδαλιά. Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής, η Εκκλησία επέτρεπε στους πιστούς να φάνε ψάρι μόνο δύο φορές, του Ευαγγελισμού και την Κυριακή των Βαΐων.

Η ιστορία του μπακαλιάρου ξεκινάει με την εποχή των Βίκινγκς, όπου πρωτοεμφανίστηκε σαν εμπορικό προϊόν περί το 800 μ.Χ.

Πρώτοι τον πάστωσαν οι Βάσκοι, που ξεκίνησαν το εμπόριο του μπακαλιάρου από το Μεσαίωνα και τον ονόμασαν «ψάρι του βουνού», ενώ στην Ελλάδα, ήρθε τον 15ο αιώνα και στο ελληνικό τραπέζι μπήκε κατά τη διάρκεια της σαρακοστιανής νηστείας.

Με εξαίρεση τα νησιά, όπου υπήρχε πάντα φρέσκο ψάρι, στην υπόλοιπη Ελλάδα ο παστός μπακαλιάρος ήταν η φθηνή και εύκολη λύση. Ιστορικά, εκείνοι που έστελναν στην Ελλάδα μεγάλες ποσότητες μπακαλιάρου ήταν οι Άγγλοι, οι οποίοι τον αντάλλασσαν με σταφίδες.