Aνοίγει ξανά η δικογραφία για την υπόθεση προμήθειας των αρμάτων μάχης τύπου Leopard-2 με καταθέσεις μαρτύρων στο πλαίσιο δικαστικής διερεύνησης για το σύνολο των εξοπλιστικών προγραμμάτων του υπουργείου Άμυνας, εννέα χρόνια μετά την πρώτη διερεύνησης. Η δικογραφία αφορά την περίοδο 1999-2009 και τίθεται και πάλι υπό εισαγγελικό έλεγχο στο πλαίσιο της παραγγελίας για τη διενέργεια μεγάλης προκαταρκτικής εξέτασης για τα εξοπλιστικά προγράμματα, που ξεκίνησε μετά τις καταγγελίες, πριν ενάμιση χρόνο, του πρώην γενικού διευθυντή αμυντικών εξοπλισμών και επενδύσεων του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, Ευάγγελου Βασιλάκου, περί πλουτισμού κάποιων από τους εξοπλισμούς.

Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Βασιλάκος τον Οκτώβριο του 2010 είχε παραιτηθεί από την θέση του και είχε αναφερθεί σε «κατασκευασμένες αμυντικές ανάγκες, βάσει των οποίων κάποιοι έστησαν πολιτικές καριέρες και έφτιαξαν περιουσίες».

Η υπόθεση των Leopard είχε απασχολήσει την Εισαγγελία με έρευνα που είχε διενεργήσει το 2003 έως το 2005, ο εισαγγελέας Παναγιώτης Αθανασίου ο οποίος είχε καταλήξει ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απιστίας, με αποτέλεσμα η δικογραφία να τεθεί στο αρχείο ως προς τα πολιτικά πρόσωπα, με τον εισαγγελέα όμως να κάνει λόγο στο πόρισμά του για ισχυρές ενδείξεις τέλεσης πράξεων δωροδοκίας.

Η νέα έρευνα στοχεύει να εντοπίσει τα πρόσωπα που συνδέονται με πράξεις δωροδοκίας και οι εισαγγελείς που χειρίζονται πλέον την δικογραφία, Πόπη Παπανδρέου και Αντώνης Ελευθεριάνος, έχουν ήδη αποστείλει αιτήματα δικαστικής συνδρομής στο Μονακό και στις βρετανικές Παρθένες Νήσους όπου εντοπίζονται ίχνη των διαδρομών χρηματικών ποσών, μέσω δύο εταιρειών που ενεπλάκησαν στην υπόθεση των αρμάτων, ενώ έχουν καλέσει σε καταθέσεις και τους πρώτους μάρτυρες.

Η περίπου 500.000 σελίδων δικογραφία φέρεται να περιέχει αρκετά στοιχεία που πρέπει να διασταυρωθούν ώστε να επαληθευθούν οι καταγγελίες σε δημοσιεύματα ότι τα ποσά που δόθηκαν σε δωροδοκίες φθάνουν τα 60 εκατομμύρια ευρώ.

Ως γνωστόν, η προμήθεια των αρμάτων μάχης άρχισε να συζητείται το 1998 επί υπουργίας Άκη Τσοχατζόπουλου στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ενώ η σύμβαση υπεγράφη τελικά το 2003, από τον τότε υπουργό Γιάννο Παπαντωνίου, ανάμεσα στο ελληνικό δημόσιο και τη γερμανική εταιρεία Krauss Maffei Wehrtechnik (KMW). Το συνολικό ύψος της σύμβασης ήταν 2,2 δισ. ευρώ αλλά, στις αρχές του 2003 το ΥΕΘΑ αφαίρεσε από την παραγγελία τα πυρομαχικά και αντί αυτών συμφωνήθηκε, το 2005, να δοθούν από την γερμανική εταιρεία 83 μεταχειρισμένα άρματα τύπου «Leo 02A 44». Η παραλαβή ξεκίνησε το 2007, επί υπουργίας Σπήλιου Σπηλιωτόπουλου, ωστόσο το δημόσιο καθυστερούσε τις πληρωμές επικαλούμενο δυσλειτουργία καθώς σε δοκιμαστικές βολές διαπιστώθηκαν ρωγμές στους πύργους. Τελικώς το δημόσιο προχώρησε και σε παραγγελία βλημάτων επί υπουργίας του κ. Βενιζέλου.

Περισσότερο «φως» στην υπόθεση έριξε η προσφυγή εταιρείας το 2003 σε διαιτητικά δικαστήρια, διεκδικώντας προμήθεια επί της καθαρής αξίας των προϊόντων που θα παρέδιδε η γερμανική εταιρεία στο ελληνικό δημόσιο. Η κίνηση αυτή αποκάλυψε την συμφωνία που είχε προηγηθεί της προμήθειας των αρμάτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που μελετούν οι εισαγγελείς η συμφωνία προέβλεπε ότι η εταιρία International Bartet and Offset Service Corporation (IBOS), με διαχειρίστρια την εταιρεία Transat Maritime στο Μονακό, είναι υπεύθυνη για την υποστήριξη της γερμανικής KMW, και αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει στην Evanston Group Ltd, με έδρα στις βρετανικές Παρθένους Nήσους, «προμήθεια της τάξεως του 3% της καθαρής αξίας των προϊόντων που θα παραδώσει η KMW».

Η Evanston Ltd προσέφυγε στο διαιτητικό δικαστήριο το 2003 διεκδικώντας αυτά τα χρήματα και «αποκάλυψε» με τον τρόπο αυτό την σύμβαση για την περίφημη προμήθεια 3%, που υπολογίζεται στα 60 εκατομμύρια ευρώ.