Το ποσό των 3.000 ευρώ επιδίκασε ο Άρειος Πάγος σε υπάλληλο της ΔΕΗ επικυρώνοντας σχετική εφετειακή απόφαση, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που δέχθηκε από παράνομη επεξεργασία προσωπικών του δεδομένων, που έγινε κατά την αξιολόγησή του το διάστημα των προαγωγών. Κατά τις προαγωγές του έτους 2000 ο επόπτης κρίσεων της ΔΕΗ επεξεργάστηκε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού και τα συνέκρινε με στοιχεία άλλου υπαλλήλου.

Ο κριτής της ΔΕΗ καταχώρησε σε φύλλο αξιολόγησης άλλου μισθωτού και ανακοίνωσε σε αυτόν προσωπικά στοιχεία από τα απόρρητα φύλλα αξιολόγησης άλλου υπαλλήλου, που αφορούσαν τη βαθμολογία και την υπηρεσιακή του επίδοση, χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου 2472/1997 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Από την πλευρά της η ΔΕΗ υποστήριξε ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων χωρίς τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου είναι νόμιμη, καθώς ο Ειδικός Κανονισμός Φύλλων Αξιολόγησης του προσωπικού της (ΕΚΦΑ/ΔΕΗ) παρέχει στους κριτές την δυνατότητα να χρησιμοποιούν προσωπικά δεδομένα άλλων μισθωτών της, προκειμένου να δικαιολογήσουν την κρίση τους.

Παράλληλα τόνισε ότι σε κάθε περίπτωση το παραπάνω επιβάλλεται και από τη γενική αρχή της καλόπιστης εκτέλεσης της συμβάσεως εργασίας.

Όμως, οι αρεοπαγίτες συνταυτιζόμενοι με τους συναδέλφους τους εφέτες, έκριναν ότι δεν ήταν νόμιμη η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων, και η καταχώρηση και η ανακοίνωση στοιχείων της υπηρεσιακής κατάστασης του υπαλλήλου της ΔΕΗ είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητάς του, προκαλώντας αμφισβήτηση της υπηρεσιακής του επάρκειας.

Σύμφωνα με το σκεπτικό των δικαστών, τα παραπάνω επέφεραν διαταραχές της ψυχικής ηρεμίας του υπαλλήλου, αλλά και υπηρεσιακή μείωση στο επαγγελματικό του περιβάλλον.