«Τυπικές και όχι ουσιαστικές» χαρακτήρισε τις σχέσεις με τον πατέρα της, Άκη Τσοχατζόπουλο, λόγω της σχέσης του με τη νυν σύζυγο του Βίκυ Σταμάτη, στο υπόμνημα που παρέδωσε στον ανακριτή της υπόθεσης, η Αρετή Τσοχατζοπούλου η οποία οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού. Η κατηγορουμένη στο 23σέλιδο υπόμνημα της προς τον ανακριτή Γαβριήλ Μαλλή, τονίζει ότι δεν πρέπει να κριθεί προσωρινά κρατούμενη, γιατί δεν πληρούνται στο πρόσωπο της οι ουσιαστικοί λόγοι του νόμου και κυρίως το ενδεχόμενο διαφυγής της στο εξωτερικό, γιατί «θα εγκατέλειπα στο έλεος του Θεού τα τρία ανήλικα τέκνα μου».

Η ίδια υποστηρίζει ότι δεν θα μπορούσε να συμμετέχει σε οργάνωση που νομιμοποιούσε τις παράνομες αμοιβές του πρώην υπουργού, καθώς από το 1996 οι σχέσεις με τον πατέρα της διαταράχθηκαν εξαιτίας της «εξωσυζυγικής σχέσεως του πατέρα μου με την Βίκυ Σταμάτη».

Παράλληλα υπογραμμίζει ότι με επιλογή της επεδίωξε να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία μετά την επιστροφή από τις σπουδές της στη Γερμανία, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, για «να εργαστώ για το διάστημα 1997-1998 στις Βρυξέλλες, προκειμένου να προσφέρω τις υπηρεσίες μου υπέρ ατόμων με ειδικές ανάγκες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και για να ξεφύγω από θλιβερές οικογενειακές διενέξεις, οι οποίες ξεκίνησαν μετά την σύναψη της εξωσυζυγικής σχέσεως του πατέρα μου με την Βίκυ Σταμάτη και την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης του με την μητέρα μου ήδη από το έτος 1996».

Αναφερόμενη στη σχέση του πατέρα της με τη συγκατηγορουμένη της, πλέον, Βίκυ Σταμάτη, η κόρη του πρώην υπουργού υπογραμμίζει ότι «απασχόλησε και απασχολεί έντονα τη δημοσιότητα και έδωσε, δυστυχώς, άφθονη τροφή για σχόλια επί 15 συναπτά έτη. Καίτοι αφορά αμιγώς τον ιδιωτικό βίο της οικογένειας μου, αποτελεί κοινό κτήμα στη συνείδηση όλων των γνωστών και φίλων, αλλά και του κάθε πολίτη το γεγονός ότι εν όψει της σχέσης αυτής, της πικρίας που η μητέρα μου αντιμετώπισε, όλων των δυσάρεστων σχολίων, ενώπιον των οποίων η οικογένεια μου ήταν εκτεθειμένη επί δεκαετίες, οι σχέσεις μου με τον πατέρα μου από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης του με την μητέρα μου και μετά έγιναν, δυστυχώς, περισσότερο τυπικές και λιγότερο ουσιαστικές».

Η κατηγορουμένη διευκρινίζει στις γραπτές θέσεις της προς τον ανακριτή ότι αγαπά ειλικρινά τον πατέρα της και αγωνιά για αυτόν, αλλά «οι προσωπικές επιλογές του με έφεραν, δυστυχώς, αντιμέτωπη με την νέα σύντροφό του και μου αποστέρησαν από πολύ νωρίς την καθημερινή επαφή μαζί του».

«Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός ότι και μετά την οριστική επιστροφή μου στην Ελλάδα, τη γέννηση των τριών τέκνων μου και καθ' όλο το χρονικό διάστημα έως σήμερον, οι κοινές εμφανίσεις μας είναι ανύπαρκτες και η προσωπική μας επικοινωνία έως ελάχιστη... Συνειδητά δεν παρευρέθην στο δεύτερο γάμο του, το έτος 2004, αλλά ούτε και προσκλήθηκα στη βάφτιση του υιού τους με την Βίκυ Σταμάτη, ενώ η παρουσία του ιδίου στις βαπτίσεις των υιών μου ήταν ολιγόλεπτη κατά τη διάρκεια των μυστηρίων. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι μετά τη γέννηση του πρωτότοκου υιού μου, την 31η -12-1998 και την εγκατάσταση μου στο επίδικο ακίνητο της οδού Δεινοκράτους αρ. 60, ο πατέρας μου μας επισκέφθηκε δυο χρόνια μετά, με αφορμή τα γενέθλια του υιού μου» γράφει.

Όπως εξηγεί η κατηγορουμένη έχει αυτόνομη οικονομική δραστηριότητα την τελευταία 10ετία και αναφέρει ότι είναι «αυθαίρετη τόσο δογματικά, καθώς θεμελιώνει μία νομικά πρωτόγνωρη έννοια Οικογενειακής -Αντικειμενικής Ευθύνης, όσο και κατά τον κοινό νου» η ταύτιση της με την ιδιότητα μέλους μιας οργανωμένης ομάδας ξεπλύματος χρημάτων. Εκφράζει επίσης και τον προβληματισμό της για τα συμπεράσματα της εισαγγελικής έρευνας ως προς την ποινική εμπλοκή της: «διερωτώμαι με ποια λογική, ένας πατέρας θα επέλεγε να καταστήσει κάποιο από τα παιδιά του, την θυγατέρα του, μητέρα τριών ανήλικων τέκνων, κοινωνό υποτιθέμενων ανομιών του και μέτοχο μιας υποθετικής εγκληματικής οργάνωσης».

Για το περίφημο ακίνητο στην οδό Δεινοκράτους στο Κολωνάκι, υποστηρίζει ότι ήταν αληθής η αγοραπωλησία του ακινήτου, αρνούμενη τα περί εικονικότητας του συμβολαίου, ενώ δικαιολογεί το διαφορετικό ποσό που αναγράφεται στο συμβόλαιο λέγοντας ότι γράφτηκε εκ παραδρομής.

Η κατηγορουμένη υποστηρίζει ότι αγόρασε τη μεζονέτα στο Κολωνάκι αφού προηγουμένως την εκμίσθωνε από εταιρεία που εκπροσωπούσε ο θείος της, προσωρινά κρατούμενος, Νίκος Ζήγρας, με χρήματα από πώληση πενταόροφου στην Καλλιθέα. Το ακίνητο της Καλλιθέας, όπως εξηγεί, είχε αγοραστεί ως οικόπεδο και είχε κτιστεί με δανειοδότηση. Από την πώληση του σε μεγάλη εταιρεία, όπως υποστηρίζει η κατηγορουμένη, έλαβε ποσό περίπου 2 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο έχει δηλώσει σε φορολογικές της δηλώσεις και έχει εξηγήσει επακριβώς τον τρόπο διάθεσής του, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού που δαπάνησε για την αγορά στο Κολωνάκι.