Βρισκόμαστε υπό την απειλή της ακρίβειας σε βασικά είδη διατροφής, όπως το κρέας, το γάλα και το ψωμί, εξαιτίας της ραγδαίας αύξησης των τιμών σε σόγια, σιτάρι και καλαμπόκι, τονίζει ο πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου Βασίλης Κορκίδης.

Σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση της ΕΣΕΕ οι παρενέργειες από τις αυξανόμενες τιμές ειδών διατροφής είναι ανησυχητικές, αφού έρχονται να προστεθούν στη χειρότερη χρονική συγκυρία για την Ευρώπη με τα χίλια μύρια προβλήματα της κρίσης χρέους στην Ευρωζώνη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, μια νέα επισιτιστική κρίση με αυξήσεις κατά μέσο όρο 6% στα τρόφιμα έχει αρχίσει, εν μέσω μάλιστα της χρηματοπιστωτικής κρίσης που κτύπησε την Ευρωπαϊκή οικονομία, όπως ακριβώς είχε συμβεί το 2008 στην Αμερική, αναγκάζοντας εκατομμύρια συνανθρώπους μας να ζήσουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην τριμηνιαία Έκθεσή της περιγράφει την κοινωνική κατάσταση στη χώρα μας με στοιχεία που σοκάρουν και σημειώνει επίσης ότι το 68% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζει με εισόδημα κάτω από το 60% του μέσου εθνικού εισοδήματος, ενώ διαθέτει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για το ενοίκιο ή την αποπληρωμή στεγαστικού δανείου και ό,τι περισσεύει από τον οικογενειακό προϋπολογισμό για είδη πρώτης ανάγκης και τρόφιμα.


«Πριν, λοιπόν, το νέο διεθνές κύμα ακρίβειας στην αγορά τροφίμων αρχίσει να απειλεί την εξασθενημένη ελληνική κοινωνία, πρέπει να οργανώσουμε την άμυνά μας και ταυτόχρονα να μετατρέψουμε κυριολεκτικά την νέα επισιτιστική κρίση σε ευκαιρία, αποτρέποντας την εισαγωγή προϊόντων από γειτονικές χώρες ακόμα και σε φαινομενικά ανταγωνιστικές τιμές» αναφέρει ο κ. Κορκίδης προσθέτοντας ότι η στήριξη στους Έλληνες παραγωγούς είναι επιβεβλημένη ακόμα και στην περίπτωση που η τελική τιμή πρέπει να διαμορφωθεί λίγο ακριβότερα για να τους καλύψει τα αυξημένα έξοδα μέχρι η προσφορά και η ζήτηση να σταθεροποιηθεί. Στην Ελλάδα η παραγωγή σιτηρών είναι επίσης μειωμένη φέτος σε σύγκριση με πέρυσι, αφού λόγω του βαρύ χειμώνα πολλά χωράφια δεν θερίστηκαν.


«Από τώρα γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε υπό την απειλή της ακρίβειας σε βασικά είδη διατροφής, όπως το κρέας, το γάλα και το ψωμί, εξαιτίας της ραγδαίας αύξησης των τιμών σε σόγια, σιτάρι και καλαμπόκι, που αποτελούν χρηματιστηριακά προϊόντα και επηρεάστηκαν από ακραία καιρικά φαινόμενα, που είχε ως αποτέλεσμα ακόμα και τον διπλασιασμό της τιμής στη σόγια και τη αύξηση 40% της τιμής στο σιτάρι και 60% στο καλαμπόκι. Το τελευταίο διάστημα, η σόγια πωλείται προς 600 ευρώ ανά τόνο, όταν ένα χρόνο πριν η τιμή της δεν ξεπερνούσε τα 300 ευρώ, ενώ το σιτάρι πωλείται σήμερα στα 280 ευρώ ανά τόνο, όταν τον προηγούμενο χρόνο η τιμή του κυμαινόταν στα 200 ευρώ» είπε.


Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη σημειωθεί αυξήσεις οι οποίες φθάνουν ακόμα και το 20% σε βασικά καταναλωτικά αγαθά που χρησιμοποιούν ως πρώτη ύλη δημητριακά και σιτηρά, αλλά και σε προϊόντα ζωικής προέλευσης, δεδομένου ότι αυξήθηκε δραματικά το κόστος των ζωοτροφών.


Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου κάθε εβδομάδα οι τιμές αναπροσαρμόζονται και αυτό είναι κάτι που εμείς στην Ελλάδα πρέπει να αποφύγουμε πάση θυσία. Τη δύσκολη αυτή κατάσταση καλούνται να διαχειριστούν φέτος το χειμώνα οι Έλληνες κτηνοτρόφοι και πτηνοτρόφοι, οι οποίοι αγωνιούν καθώς το τελευταίο διάστημα σηκώνουν μόνοι τους το οικονομικό βάρος που προκαλεί η αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες από τη στιγμή που οι τράπεζες κρατούν τις στρόφιγγες του δανεισμού κλειστές και η πολιτεία αδρανεί.


Είναι γεγονός ότι τα χρονικά περιθώρια που θα μπορέσουν να συγκρατήσουν χαμηλά το κόστος σε κρέας και κοτόπουλο στενεύουν δραματικά και η προοπτική για αύξηση των τιμών στο τελικό προϊόν που θα διατίθεται στον καταναλωτή φαντάζει πολύ σύντομα απειλητική, όμως ειδικά αυτόν τον χειμώνα είναι επιτακτική η ανάγκη συγκράτησης των τιμών στο ελληνικό κοτόπουλο και κρέας, για να μειωθούν δραστικά κυρίως οι ποσότητες των εισαγόμενων κρεάτων που φτάνουν το 80%. Στην ίδια απόγνωση ζουν και οι Έλληνες πτηνοτρόφοι, οι οποίοι όσο το επίπεδο κατανάλωσης κινείται καθοδικά, πωλούν ακόμα και κάτω του κόστους προκειμένου να καταγράψουν πωλήσεις.


Αυτή τη στιγμή η εγχώρια παραγωγή σε κοτόπουλο κυμαίνεται στα 115 εκατομμύρια τεμάχια τον χρόνο. Η ετήσια κατανάλωση από εγχώρια και εισαγόμενα κοτόπουλα ανέρχεται στους 240 χιλιάδες τόνους, νούμερο από το οποίο οι εισαγωγές αφορούν στο 30% της κατανάλωσης και προέρχεται κυρίως από την Ιταλία και τη Βουλγαρία. Οι γείτονες χώρες μπορεί να έχουν ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές, αλλά αυτό το 30% της εγχώριας κατανάλωσης πρέπει να το δώσουμε στον Έλληνα πτηνοτρόφο για να επιβιώσει.


Σε μια προσπάθεια αποφυγής υψηλότερου κόστους ζωοτροφών, οι κτηνοτρόφοι οδηγούν τα νεώτερης ηλικίας ζώα ταχύτερα στην διατροφική αλυσίδα. Χαρακτηριστικό είναι και το παράδειγμα των χοιροτρόφων, οι οποίοι παραδοσιακά εκτρέφουν τους χοίρους μέχρι τα 100 κιλά, προτού διαθέσουν το κρέας τους στην αγορά, ενώ τώρα, αποσκοπώντας στην απόκτηση ρευστότητας, διαθέτουν το χοιρινό κρέας όταν ο χοίρος φθάσει στα 70 κιλά. Οι αυξημένες πρόωρες πωλήσεις στα σφαγεία οδηγούν σε αύξηση της προσφοράς και μείωση των τιμών στα σούπερ μάρκετ εντός και εκτός Ελλάδος.


Ωστόσο ο ίδιος επισημαίνει ότι το ελληνικό εμπόριο έχει υποστηρίξει και συνεχίζει να υποστηρίζει ότι το νέο αναπτυξιακό μοντέλο που όλοι αναζητούμε δεν μπορεί παρά να συνδεθεί με τη δυναμική επιστροφή στην καλλιέργεια και στην παραγωγή αγροτικών αγαθών και τροφίμων. Εάν πράγματι θέλουμε να υλοποιήσουμε τις πολιτικές που να βασίζονται στον οικονομικό πατριωτισμό θα πρέπει να προσαρμόσουμε την καταναλωτική μας αντίληψη υπέρ των ποιοτικών ελληνικών προϊόντων διατροφής.


Η ελληνική αγροτική παραγωγή δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να χάσει και αυτό το "ράλι" ελπιδοφόρων ενδείξεων, κυρίως λόγω των μειωμένων παγκόσμιων αποθεμάτων και των επιπτώσεων στις πτωτικές σοδειές σημαντικών παραγωγών χωρών που θα δώσουν την δυνατότητα ένταξης μικρότερων παραγωγικών χωρών και την ευκαιρία επαναρρύθμισης στη διεθνή αγορά τροφίμων.


Σύμφωνα, μάλιστα, με οικονομικούς αναλυτές η καλύτερη απάντηση της χώρας μας στην κρίση είναι οι επενδύσεις στην καλλιέργεια της ελληνικής γης ακόμα και σήμερα που λόγω της ανόδου των θερμοκρασιών η απόδοση των γεωργικών προϊόντων γίνεται ακόμα δυσκολότερη και λιγότερο προβλέψιμη.


Ειδικοί επιστήμονες είναι σχεδόν σίγουροι και προειδοποιούν για την επιστροφή του φαινομένου Ελ Νίνιο, το οποίο μέσα στο επόμενο δίμηνο μπορεί να επηρεάσει άμεσα και να δημιουργήσει δυσμενείς καιρικές συνθήκες όλο τον χειμώνα, προκαλώντας ζημιές στις σοδειές παραγωγών χωρών βασικών αγαθών διατροφής από την Αυστραλία μέχρι την Ινδία και από τις ΗΠΑ έως την Κίνα.