Στα αδιέξοδα που έχει οδηγήσει τη χώρα η μονιμότητα των υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα αναφέρεται η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων.

Σύμφωνα με τους αναλυτές της τράπεζας περίπου 150 χιλ. άτομα έχουν ήδη αποχωρήσει από τον δημόσιο τομέα τα τελευταία τρία χρόνια. Με βάση στοιχεία της έρευνας εργατικού δυναμικού ΕΛΣΤΑΤ, που αναφέρονται στο β’ τρίμηνο κάθε έτους η καθαρή μείωση προσωπικού ανήλθε στις Δημόσιες Υπηρεσίες σε 52,9 χιλ. άτομα, στα ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, Δημόσιους Οργανισμούς σε 21,3 χιλ. άτομα, στους Δήμους, Κοινότητες, Δημοτικές Επιχειρήσεις σε 32,6 χιλ. άτομα, στις ΔΕΚΟ σε 23,6 χιλ. άτομα, στις Κρατικές Τράπεζες σε 3,3 χιλ. άτομα και στις Επιχειρήσεις που είναι ελεγχόμενες από το δημόσιο σε 13,9 χιλ. Από το σύνολο των αποχωρούντων, 54 χιλ. άτομα εργάζονταν στην Δημόσια Διοίκηση, 18,6 χιλ. άτομα προέρχονται από την Εκπαίδευση, 8,2 χιλ. άτομα από τον Ηλεκτρισμό, 5,8 χιλ. από την Αποκομιδή Απορριμμάτων, 4,5 χιλ. από τις Τηλεπικοινωνίες, 4,2 χιλ. από την ΄Υδρευση, 4,0 χιλ. από τις Κρατικές Τράπεζες, 3,7 χιλ. από τις Βιβλιοθήκες, Μουσεία, κ.ο.κ.


«Είναι αξιοσημείωτο, εν προκειμένω, ότι στον τομέα της Υγείας όχι μόνο δεν είχαμε μείωση αλλά σημειώθηκε και καθαρή αύξηση της απασχόλησης κατά 264 άτομα περίπου. Η Υγεία μάλιστα ήταν ο κλάδος όπου και στον ιδιωτικό τομέα σημειώθηκε επίσης καθαρή αύξηση απασχολουμένων κατά 5,4 χιλ.» τονίζει. «Οι απασχολούμενοι στον Δημόσιο Τομέα έχουν ήδη μειωθεί στο επίπεδο του τέλους της δεκαετίας του 1990. Με τη δέσμευση δε της κυβέρνησης στο Μνημόνιο για μείωση του προσωπικού στον δημόσιο τομέα κατά 150.000 άτομα από το τέλος του 2010 έως το τέλος του 2015, η αποχώρηση εργαζομένων από το Δημόσιο θα συνεχισθεί και τα επόμενα έτη», υπογραμμίζει η Alpha Bank.


«Το ζητούμενο, βεβαίως, μακροπρόθεσμα είναι η απορρόφηση του πλεονάζοντος προσωπικού από τον δημόσιο τομέα σε παραγωγικές δραστηριότητες στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Στην παρούσα συγκυρία, όμως, η διαδικασία αυτή αναδιάρθρωσης καθυστερεί όσο η οικονομία παραμένει σε βαθιά ύφεση. Ταυτόχρονα, η μείωση του προσωπικού στον δημόσιο τομέα δεν είναι αποτέλεσμα εξυγίανσης των διοικητικών δομών του κράτους. Έως σήμερα, η μείωση του προσωπικού έχει καταστεί δυνατή μέσω της μη ανανέωσης των συμβάσεων προσωρινής απασχόλησης και των ευρείας κλίμακας συνταξιοδοτήσεων που έλαβαν χώρα τα τελευταία χρόνια, και που συνεχίζονται με αμείωτη ένταση», προσθέτει.


Ωστόσο, η τράπεζα κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον δημόσιο τομέα, υποστηρίζοντας: «Η μείωση αυτή του προσωπικού, όμως, σε συνδυασμό με τις οριζόντιες περικοπές στους μισθούς, ενέχει πλέον σοβαρούς κινδύνους υπο-στελέχωσης και αποδιοργάνωσης σημαντικών υπηρεσιών και απώλειας της σωρευμένης εμπειρίας και γνώσης εξειδικευμένων στελεχών. Είναι, λοιπόν, αναγκαίο η περαιτέρω μείωση του προσωπικού να γίνει επιλεκτικά και να συνοδευθεί από μια δραστική διοικητική μεταρρύθμιση στηριγμένη σε σύγχρονες αρχές διοικητικής λειτουργίας. Πρέπει να αποκατασταθεί το διευθυντικό δικαίωμα ελέγχου του κόστους λειτουργίας, με την απόρριψη των στερεότυπων και των ανεξέλεγκτων καταστάσεων απουσίας ευθύνης που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία.


Απαιτείται η αναδιάρθρωση των δημοσίων υπηρεσιών και οργανισμών, καθώς και των δημοσίων επιχειρήσεων που θα παραμένουν στον δημόσιο τομέα μετά τις αποκρατικοποιήσεις, με σαφείς στόχους για την αποδοτική λειτουργία τους για τη συμβολή τους στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Μόνον, έτσι, θα υπάρξει ανακατανομή προσωπικού και ειδικοτήτων, καθώς και κατάργηση τομέων χαμηλής απόδοσης ή χρησιμότητας και, ενδεχομένως, σύσταση νέων τομέων δραστηριότητος. Ο απώτερος στόχος είναι η δημιουργία ενός μικρότερου σε μέγεθος αλλά παραγωγικότερου και πιο ευέλικτου δημόσιου τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, διάφορες διακηρύξεις περί μη απολύσεων στο δημόσιο είναι στην ουσία διακηρύξεις περί μη προσλήψεων νέων υπαλλήλων και νέων εξειδικεύσεων σε μια περίοδο κατά την οποία η ανεργία των νέων υπερβαίνει το 50%.


Αυτό βέβαια, δεν αποτρέπει, ακόμη και στη σημερινή δεινή κοινωνική κατάσταση, σε ορισμένες περιπτώσεις, την πρόσληψη υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα με αδιαφανείς διαδικασίες και κριτήρια. Σε κάθε περίπτωση, είναι καιρός να κατανοήσουμε τα απίστευτα αδιέξοδα στα οποία έχει οδηγήσει τη χώρα η μονιμότητα των υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα. Είναι πλέον προφανές ότι δεν μπορεί να υπάρξει διοικητική μεταρρύθμιση με αξιοκρατία και αποτελεσματικότητα χωρίς να μειωθεί το μέγεθος του δημόσιου τομέα έτσι ώστε να γίνουν προσλήψεις και νέων υπαλλήλων με νέο καθεστώς υπηρεσιακής εξέλιξης και αμοιβών».


Αναφορικά με την πορεία της οικονομίας οι αναλυτές της τράπεζας τονίζουν ότι έχουν αρχίσει να φαίνονται σημάδια βελτίωσης. «Η οικονομία έχει αρχίσει να εμφανίζει σταδιακά σημεία βελτίωσης. Όχι μόνο η δημοσιονομική προσαρμογή είναι καλύτερη του αναμενομένου, αλλά και οι διαρθρωτικές αλλαγές φαίνεται να επαναφέρουν σταδιακά την οικονομία σε μεγαλύτερη ισορροπία, δημιουργώντας έτσι συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης» τονίζεται.