Μία λίστα - «φωτιά», στην οποία περιλαμβάνονται 400 Έλληνες που προέβησαν σε αγοραπωλησίες ακινήτων στο Λονδίνο από το 2009 και εντεύθεν, έχουν παραδώσει στις αρμόδιες υπηρεσίες της ελληνικής κυβέρνησης, οι βρετανικές χρηματο-οικονομικές αρχές, σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times.


«Άνοιγμα» των φακέλων


Όπως αναφέρει η έγκυρη αμερικανική εφημερίδα σε εκτενές άρθρο της, το ελληνικό κράτος κατέθεσε αίτημα προς το αντίστοιχο βρετανικό, με σκοπό να ενημερωθεί για τη δραστηριοποίηση ελλήνων πολιτών στην κτηματομεσιτική αγορά της βρετανικής πρωτεύουσας, κατά την τελευταία τριετία.

Η περίπτωση Λαυρεντιάδη

Μάλιστα η παγκόσμιας εμβέλειας εφημερίδα κάνει ειδική μνεία στον επιχειρηματία Λαυρέντη Λαυρεντιάδη, ο οποίος στις αρχές του 2011 φέρεται να επιζητούσε με βιασύνη να αποκτήσει ακίνητο σε μία από τις πλέον υψηλού κύρους περιοχές του Λονδίνου, διαθέτοντας ένα ποσό της τάξης των 60 εκατ. λιρών (περίπου 80 εκατ. ευρώ). Εν τέλει, οι νομικές περιπέτειες του κ. Λαυρεντιάδη, δεν επέτρεψαν τη θετική κατάληξη της επιδίωξής του.

Αναζήτηση πόρων μέχρι τέλους
 
Με την ελληνική κυβέρνηση να αναζητά απεγνωσμένα πόρους, καμία «πέτρα δεν αφήνεται χωρίς να σηκωθεί» αναφέρει η αμερικανική έκδοση, υπογραμμίζοντας πως οι Έλληνες που φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις στις λίστες των κτηματομεσιτικών γραφείων του Λονδίνου, ως υποψήφιοι αγοραστές πολυτελών κατοικιών σε κάποιες από τις πιο ακριβές συνοικίες της πόλης (βλ. South Kensington), αποτελούν μία καλή βάση για να ξεκινήσει η αναζήτηση άδηλων πόρων.

Το «πάρτυ» των τραπεζιτών

Στο Λονδίνο, αυτόν τον παράδεισο των μετρητών για τους εύπορους Έλληνες, επιχείρησε να δραστηριοποιηθεί και ο Θόδωρος Πανταλάκης, ο πρώην επικεφαλής της Αγροτικής Τράπεζας, υπενθυμίζουν οι ΝYT, κάνοντας αναφορά στη μεταφορά των 8 εκατ. ευρώ στο εξωτερικό, υπόθεση που στο μέσον του καλοκαιριού είχε απασχολήσει τη δημόσια σφαίρα στην Ελλάδα.

Πέρα όμως από τον κ. Λαυρεντιάδη και τη φρενίτιδα που φέρεται να προκάλεσε στη λονδρέζικη κτηματαγορά, αν και ο δικηγόρος του ακόμη αρνείται να επιβεβαιώσει το ενδιαφέρον του εντολέα του στον οικονομικό ανταποκριτή των ΝΥΤ, Landon Thomas Jr, η εφημεριδα κάνει λόγο για διαπρεπείς επιχειρηματίες, τραπεζίτες, εφοπλιστές και αθλητές, οι οποίοι απαρτίζουν την περιβόητη λίστα, που ακόμα όμως δεν έχει δημοσιοποιηθεί στο ελληνικό κοινό.

«Πόθεν έσχες»

Όπως δηλώνει ο Χάρης Θεοχάρης, Γενικός Γραμματέας Πληροφοριακών Συστημάτων, κανείς δεν γνωρίζει αν όσοι περιλαμβάνονται στη λίστα, εκτός από εύποροι είναι και άνθρωποι που διέπραξαν ενέργειες φοροδιαφυγής ή και φοροαποφυγής, εκμεταλλευόμενοι «τεχνικά κενά». Αυτό άλλωστε είναι και εκείνο που εξετάζουν οι αρμόδιες για τα φορολογικά ζητήματα ελληνικές αρχές.

Πάντως, την ώρα που το ελληνικό κράτος αποπειράται να ιχνηλατήσει την πορεία του χρήματος από την επικράτειά του στο εξωτερικό, οι βρετανικές αρχές φάνηκαν πιο συνεργάσιμες από τις αντίστοιχες της Ελβετίας, της Σιγκαπούρης ή και της Γεωργίας ακόμη, χωρών δηλαδή που λειτουργούν ως καταθετική ή και επενδυτική «Γη της Επαγγελίας» για τους εύπορους Έλληνες.

Η εληνική -κτηματομεσιτική- φρενίτιδα στο Λονδίνο

Αν και το Λονδίνο ανέκαθεν αποτελούσε επενδυτική επιλογή των Ελλήνων, μετά το 2008, όταν και τα πρώτα σημάδια της κρίσης αναδύθηκαν, η κτηματαγορά της βρετανικής πρωτεύουσας αναβαθμίστηκε ακόμη περισσότερο ως ένας ασφαλής τόπος διάθεσης «ζεστού χρήματος», υποστηρίζουν παράγοντες του λονδρέζικου Real Estate. Χαρακτηριστικά, η ελληνική «εισβολή» στο Λονδίνο την τελευταία τριετία έχει υπερβεί σε όγκο και ένταση ακόμη και τις αντίστοιχες των Ρώσων, των Ιταλών, των Γάλλων κ.ά.

Ως εκ τούτου, είναι εύλογο που σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία περισσότεροι από 250 Έλληνες παρουσιάζονται να επένδυσαν πιο πολλά από 100 εκατ. ευρώ μέσα στο 2009 και στο 2010 στη λονδρέζικη κτηματαγορά. Δεδομένου του βαθέματος της κρίσης το 2011 και το 2012, εκτιμάται ότι η ροή μετρητών Ελλήνων προς τη βρετανική πρωτεύουσα θα αυξήθηκε ανάλογα.

Κατόπιν αυτών, το 1,5 εκατ. ευρώ το οποίο θεωρείται το μέσο ποσό που φέρονται διατεθειμένοι να ξοδέψουν κατά κεφαλή οι έλληνες επενδυτές στη λονδρέζικη κτηματαγορά, μόνο αμελητέο, από φοροδοτική σκοπιά, δεν είναι.


Παναγιώτης Σκευοφύλακας