Σοκαριστικά είναι τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την πορεία της ανεργίας αλλά και τα εισοδήματα των νοικοκυριών, από τα οποία προκύπτει ότι η ανεργία καταγράφει αυξητικούς ρυθμούς, η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών επιδεινώνεται και η παιδική φτώχεια αυξάνεται συνεχώς.

Συγκεκριμένα, το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε σε 17 κράτη μέλη και οι αποκλίσεις διευρύνθηκαν εκ νέου μεταξύ των χωρών της ΕΕ με τις καλύτερες επιδόσεις, αφενός, και των «περιφερειακών» χωρών, αφετέρου. Διαπιστώνεται πλέον ένα πρωτοφανές χάσμα 20,6 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ του χαμηλότερου ποσοστού ανεργίας της ΕΕ (Αυστρία, με 4,5%) και του υψηλότερου (Ισπανία, με 25,1%).

Ο αριθμός των μακροχρόνια ανέργων αυξήθηκε σε 15 κράτη μέλη από πέρσι, φθάνοντας τα 10,7 εκατομμύρια. Οι μακροχρόνια άνεργοι αντιστοιχούν πλέον στο 4,5% του ενεργού πληθυσμού. Η ανεργία των νέων έχει αυξηθεί δραματικά – 22,5% στην ΕΕ τον Ιούλιο – αν και δεν αυξήθηκε περαιτέρω κατά το δεύτερο τρίμηνο. Δώδεκα κράτη μέλη κατέγραψαν ποσοστά άνω του 25% και μόνο τρία παραμένουν κάτω από το 10%: η Αυστρία, η Γερμανία και οι Κάτω Χώρες.

Οι δυσοίωνες προοπτικές για τους νέους αντικατοπτρίζουν τους αυξανόμενους κινδύνους για μακροχρόνια ανεργία και παρατεταμένη έλλειψη επαγγελματικής δραστηριότητας (αεργία), όπως δείχνει η αύξηση του αριθμού των νέων που ούτε εργάζονται, ούτε παρακολουθούν προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Παράλληλα μεταξύ 2009 και 2011 το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώθηκε κατά δύο τρίτα στις χώρες της ΕΕ, με τη μεγαλύτερη μείωση να καταγράφεται στην Ελλάδα (15,7%), την Ιρλανδία (9%) και τη Λιθουανία, την Ισπανία, την Κύπρο και την Ουγγαρία (όλες άνω του 4%). Αυτή η εξέλιξη βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με την κατάσταση που επικρατεί στις Βόρειες Χώρες, τη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Σλοβενία και τη Γαλλία, όπου τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας και οι πιο ελαστικές αγορές εργασίας έχουν επιτρέψει στα συνολικά εισοδήματα να συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Ωστόσο, η κρίση έχει πλήξει σημαντικά τμήματα του πληθυσμού και έχει προκαλέσει αύξηση της φτώχειας και σ’ αυτές τις χώρες. Χωρίς να αποτελεί έκπληξη, το ποσοστό του πληθυσμού της ΕΕ που αντιμετωπίζει χρηματοοικονομική δυσχέρεια παραμένει ιστορικά υψηλό. Οι πολίτες των χωρών που πλήττονται από τις πιο δραστικές μειώσεις του εισοδήματος είναι, κατά κανόνα, και εκείνες που σχηματίζουν, το πιθανότερο, αρνητική εικόνα για την κοινωνική τους κατάσταση, όπως φαίνεται από το Ευρωβαρόμετρο του 2012 για το κοινωνικό κλίμα.

Παιδική φτώχεια

Η παιδική φτώχεια αποτελεί πρόβλημα για όλο και περισσότερα νοικοκυριά, λόγω ανεπαρκών εσόδων από την εργασία των γονιών και ελλιπούς υποστήριξης των νοικοκυριών με παιδιά. Το ποσοστό των παιδιών που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο φτώχειας (μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις) κυμαίνεται από περίπου 10% στη Δανία και τη Φινλανδία έως άνω του 20% στην Ισπανία, την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, την Πορτογαλία, την Ιταλία, τη Ρουμανία, τη Λετονία, την Πολωνία, τη Λιθουανία και το Λουξεμβούργο. Το μέγεθος και η αποτελεσματικότητα των επιδομάτων τέκνων παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις σ’ ολόκληρη την ΕΕ. Η οικονομικά προσιτή παιδική μέριμνα είναι ένα πολύ σημαντικός παράγοντας που δίνει τη δυνατότητα στους γονείς, και ιδίως στις μητέρες, να εργάζονται.

Με πληροφορίες από το euro2day.gr