Πεντακόσιες χιλιάδες παιδιά στην Ελλάδα ζούνε κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ το ποσοστό της παιδικής φτώχειας στη χώρα μας, σύμφωνα με στοιχεία της Εurostat (2010), υπολογίζεται στο 23%. Η οικονομική κρίση εκτός από την ανεργία, τη φτώχεια και τη διεύρυνση των ανισοτήτων συνοδεύεται από μειωμένες παροχές υγείας, ανασφάλεια σίτισης, χαμηλή ποιότητα διατροφής και αυξημένη παιδική νοσηρότητα και θνητότητα.

«Η κακή διατροφή μιας ολόκληρης γενιάς Ελληνοπαίδων σήμερα θα έχει μακροπρόθεσμα αρνητικές επιπτώσεις και μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα δεκαετίες αργότερα, όταν πια αυτά τα παιδιά γίνουν ενήλικες» επισημαίνει ο παιδίατρος -σύμβουλος γαλουχίας Στέλιος Παπαβέντσης σε ανακοίνωσή του με θέμα «Οικονομική κρίση και βρεφική διατροφή» στο 10ο Μακεδονικό Συνέδριο Διατροφής που διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη.

Ωστόσο η οικονομική κρίση μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική ευκαιρία θετικών αλλαγών στη διατροφή των βρεφών στη χώρα μας με την εφαρμογή των κατάλληλων πρακτικών οι οποίες θα αποτελέσουν το κλειδί για τη μείωση των συνεπειών της κρίσης στη δημόσια υγεία.

Το «κλειδί» για τον περιορισμό των συνεπειών της οικονομικής κρίσης στην υγεία του παιδικού πληθυσμού είναι, σύμφωνα με τον κ. Παπαβέντση, ο μητρικός θηλασμός. «Παγκοσμίως ο μη θηλασμός ευθύνεται για: ένα εκατομμύριο θανάτους παιδιών τον χρόνο, για το 10% όλων των νοσημάτων παιδικής ηλικίας και για το 35% της παγκόσμιας παιδικής νοσηρότητας κάτω των 5 ετών μαζί με μητρική και παιδική υποθρεψία.

Η μειωμένη νοσηρότητα είναι η άμεσα ευεργετική επίδραση του θηλασμού ενώ οι απώτερες ευεργετικές επιδράσεις είναι ο αυξημένος δείκτης νοημοσύνης και μείωση μη μεταδοτικών χρόνιων νοσημάτων. Στην Ελλάδα δυστυχώς υπάρχει παντελής έλλειψη σοβαρής ενσωμάτωσης του μητρικού θηλασμού στις πολιτικές δημόσιας υγείας και ανάπτυξης της χώρας.