Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) θα κρίνει εάν είναι συνταγματική ή όχι η λόγω ανήλικου τέκνου προσαύξηση του επιδόματος αλλοδαπής (6%) στους διαζευγμένους υπαλλήλους των πρεσβειών μας, ανεξάρτητα εάν αυτός έχει ή όχι την επιμέλεια του παιδιού.
Το θέμα παραπέμφθηκε στο ΑΕΔ λόγω των αντίθετων αποφάσεων μεταξύ των Ολομελειών του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, διαζευγμένος υπάλληλος του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας ζήτησε από τη Δικαιοσύνη να του αναγνωριστεί η υποχρέωση του Δημοσίου να του καταβάλλει το ποσό των 10.620 δολαρίων ΗΠΑ, λόγω μη καταβολής του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω τέκνου, κατά τη διετία 1997 - 1999 που υπηρετούσε στο γραφείο ακολούθου οικονομικών και εμπορικών υποθέσεων Ελληνικής Πρεσβείας.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) με την υπ' αριθμ. 4879/2012 απόφασή του έκρινε ότι η σχετική νομοθετική ρύθμιση (Ν. 2470/1997 και 1505/1984) που προβλέπει ότι σε περίπτωση διαζυγίου η προσαύξηση του 6% χορηγείται μόνο στον γονέα που έχει νόμιμα την επιμέλεια των τέκνων και συγκατοικεί με αυτά. Κατά συνέπεια, συνεχίζει το ΣτΕ «ο υπηρετών στην αλλοδαπή δικαιούχος του επιδόματος γονέας λαμβάνει την προσαύξηση μόνον για τα τέκνα των οποίων έχει την επιμέλεια, όχι δε και για τα τέκνα των οποίων δεν έχει την επιμέλεια και τα οποία συγκατοικούν στην ημεδαπή με τον έχοντα την επιμέλεια αυτών έτερο γονέα».

Οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν στη συνέχεια ότι η επίμαχη νομοθετική ρύθμιση «δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, από την άποψη διαφορετικής μεταχειρίσεως εγγάμων και διαζευγμένων γονέων, δεδομένου ότι, η διάταξη δεν διακρίνει μεταξύ εγγάμων και διαζευγμένων γονέων, για τους οποίους επιφυλάσσει την αυτή ακριβώς μεταχείριση εφ' όσον έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους, αλλά μόνον μεταξύ διαζευγμένων υπαλλήλων που υπηρετούν στην αλλοδαπή και έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους, οπότε έχουν και τις αυξημένες ανάγκες που δικαιολογούν τη χορήγηση του επιδόματος, και διαζευγμένων υπαλλήλων που υπηρετούν μεν ομοίως στην αλλοδαπή αλλά δεν έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους διότι αυτά κατοικούν στην ημεδαπή με τον έχοντα την επιμέλειά τους έτερο γονέα». Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνουν οι δικαστές, «η διάκριση δεν στηρίζεται στη διαφοροποίηση της μεταχείρισης εγγάμων και διαζευγμένων γονέων, αλλά υπηρετούντων στην αλλοδαπή υπαλλήλων που έχουν ή δεν έχουν την επιμέλεια των τέκνων τους, σε συνδυασμό με την κατοικία των τέκνων στην ημεδαπή με τον άλλο γονέα».

Τα κριτήρια αυτά «(επιμέλεια των τέκνων, κατοικία) είναι γενικά και αντικειμενικά και δικαιολογούν την διαφορετική μεταχείριση, εν όψει του δικαιολογητικού λόγου χορηγήσεως του επίμαχου επιδόματος», προσθέτει η δικαστική απόφαση. Οι σύμβουλοι Επικρατείας καταλήγουν ότι «η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται ούτε στις συνταγματικές ρυθμίσεις που προστατεύουν την οικογένεια και την παιδική ηλικία προεχόντως διότι, το ειδικό αυτό επίδομα είναι άσχετο με την οικογενειακή παροχή του άρθρου 12 του Ν. 2470/1997».

Αντίθετα, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου από το 2009 με την υπ' αριθμ. 13/2009 απόφασή της έχει κρίνει ότι «η λόγω τέκνου προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας στην αλλοδαπή, οφείλεται στον δικαιούχο υπάλληλο, εφόσον το τέκνο είναι ανήλικο και τον βαρύνει οικονομικά, ανεξάρτητα εάν αυτός έχει ή όχι και την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου». Κατόπιν της διχογνωμίας αυτής η υπόθεση παραπέμφθηκε στο ΑΕΔ προς οριστική κρίση.