Aπαντήσεις σε 34 από τις συχνότερες ερωτήσεις που δέχεται για το σχέδιο «Αθηνά» παραθέτει στην ιστοσελίδα του το υπουργείο Παιδείας.
Mεταξύ άλλων, αναφέρονται οι στόχοι του σχεδίου, οι παθογένειες της ανώτατης εκπαίδευσης, ποιούς αφορά πρωτίστως το σχέδιο κ.α.

Ενδιαφέρον έχουν οι απαντήσεις σε ερωτήσεις σχετικές με τον αριθμό των φοιτητών που θα αλλάξουν τόπο σπουδών με την εφαρμογή του σχεδίου.

Διαβάστε ΕΔΩ τις ερωτοαπαντήσεις

Ειδικά σε αυτό το ερώτημα, το υπουργείο απάντησε: «Συνολικά 31.528 ενεργοί φοιτητές είναι εγγεγραμμένοι στα Τμήματα Πανεπιστημίων και ΤΕΙ τα οποία «μετακινούνται» από τη σημερινή τους έδρα. Όμως το 15% από το σύνολο αυτό των φοιτητών υπολογίζεται ότι θα έχουν ολοκληρώσει τις σπουδές τους μέχρι τον Σεπτέμβριο, λαμβάνοντας υπόψη και τη συμβολή των Εξεταστικών περιόδων Φεβρουαρίου και Ιουνίου, για τους επί πτυχίο φοιτητές. Σε κάθε περίπτωση, στο σύνολο των 250.000 ενεργών φοιτητών θα απαιτηθεί η μετακίνηση περίπου 18.000 φοιτητών - και αυτή εντός των Περιφερειών που σήμερα φοιτούν. Δηλαδή από τα Γρεβενά στην Καστοριά και από τη Θεσσαλονίκη στις Σέρρες ή από την Αμαλιάδα στη Πάτρα.

Είναι αναπόφευκτο το ότι η θεραπεία μιας τέτοιας έκτασης και έντασης παθογένειας συνδέεται με κάποιο κόστος, για το οποίο όμως καταβάλλεται προσπάθεια να είναι το λιγότερο δυνατό. Παράλληλα όμως πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι στη λογική των συγχωνεύσεων εντάσσεται η απόκτηση ισχυρότερων πτυχίων από τα νέα Τμήματα, με μεγαλύτερο αντίκρισμα, τα οποία θα δώσουν καλύτερη, περισσότερο ρεαλιστική προσέγγιση στην αγορά εργασίας, ώστε οι απόφοιτοι να μην πηγαίνουν κατευθείαν στην ανεργία. Παράλληλα, θα ληφθούν μέτρα αντιστάθμισης όπως η κάλυψη μέρους του κόστους μεταφοράς».

Όσον αφορά το κόστος των μετακινήσεων των συγκεκριμένων φοιτητών το υπουργείο απαντά: «Θα επιδοτηθούν οι μετακινήσεις με εισοδηματικά και άλλα κριτήρια, που θα ανακοινωθούν στο προσεχές διάστημα».

Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο των απαντήσεων που δίδει το υπουργείο αφορά τον αριθμό εισακτέων φέτος : «Η αύξηση θα είναι 30% στα ΑΕΙ και η μείωση στα ΤΕΙ 15%. Συνολικά η μείωση που θα προκύψει εκτιμάται ότι δε θα ξεπεράσει το 4%».